Ο ΣΚΥΛΟΣ


Κοίταξε το φαγητό του . Δεν είχε καμία όρεξη να φάει . Μόνο νερό θα του ήταν αρκετό και αυτό έκανε . Μετά ; Ο δρόμος για να πάει ίσα στην κρεβατοκάμαρα .Ξάπλωσε στο κάτω μέρος του κρεβατιού όπως συνήθιζε για να ξεκουραστεί .Όχι ,δεν ήταν άνθρωπος .Ήταν ο Τζόνι ,ο σκύλος του κυρ Λάμπρου. 

Γύρω του είχαν μαζευτεί όλα τα αφεντικά του . Πρώτα απ όλους ο κυρ Λάμπρος ,μετά οι δύο του κόρες ,και τέλος ο άνθρωπος που πάντα τον πονούσε ,ο κτηνίατρος . Η αγαπημένη του κυρία ,η γυναίκα του κυρ Λάμπρου ,πριν πολύ καιρό έφυγε και δεν ξαναγύρισε .Αυτό είχε γεμίσει θλίψη τον Λάμπρο και αυτός έκανε τα πάντα για να του την πάρει . Μερικές φορές τα κατάφερνε και χαιρόταν γι αυτό . Κουνούσε την ουρά του και πήδαγε πάνω του όλο χαρά.
Ο γιατρός τον εξέτασε . Δεν μπορούσε να του αντισταθεί ως συνήθως .Ο γιατρός γύρισε στον Λάμπρο και του έκανε ένα νόημα .Ήταν και αυτός ,όπως και όλοι τους λυπημένοι . Του ήταν δύσκολο να κουνήσει ακόμα και το κεφάλι και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο τι έλεγαν ,παρά μόνο κούρνιασε ξανά στο τελείωμα του κρεβατιού.

Το βράδυ ήρθε και κανένας από αυτούς , εκτός από τον γιατρό , δεν έφυγαν από κοντά του . Στα δεκατρία του χρόνια που ήταν σε αυτό το σπίτι , ποτέ πριν δεν του είχε όλους μαζί , έτσι , και του άρεσε . Μόνο που δεν μπορούσε να τους χαρεί γιατί ήταν κουρασμένος .
Μέσα στην βραδιά , από το παράθυρο του μπαλκονιού , είδε μια λάμψη . Αυτή ήρθε κοντά του και πήρε την μορφή ανθρώπου . Αν και στην αρχή ήθελε να του γαυγίσει , αισθάνθηκε ότι ήταν τόσο καλός … Τον κοίταξε μόνο με τα μεγάλα του μάτια . Ο άγγελος του χαμογέλασε .
- Έλα . Πάμε , ήρθε η ώρα να φύγουμε .
Κατά παράξενο τρόπο ,καταλάβαινε απόλυτα αυτά που του έλεγε.
- Να πάμε ; που ;
- Στην κυρά σου , σε περιμένει .
- Και μετά ; Θα γυρίσουμε ;
- Όχι .
- Δεν μπορώ . Δεν θα τους αφήσω εδώ. Δεν γίνεται .
- Τους έδωσες ότι ήταν να τους δώσεις . Τώρα πρέπει κι εσύ να ξεκουραστείς . Θα τα καταφέρουν ,μην φοβάσαι .
- Όχι , όχι . Άσε με να μείνω λίγο ακόμα . Να παίξω λίγο με τον Λάμπρο … Να … έλα τώρα . Έχουμε περάσει τόσα μαζί . Δεν μπορούν χωρίς εμένα . Τι θα κάνει ο Λάμπρος μόνος του ; Θυμάμαι όταν έφυγε η κυρία … ήταν κάτι …
-Μην φοβάσαι . Όλα θα πάνε καλά. Έχεις δίκαιο να τους αγαπάς τόσο . Πάντα σε σκεφτόντουσαν και πάντα σε αγαπούσαν .
-Ο!!! ναι … ναι . Πάντα . Ο Λάμπρος μου χτυπούσε τα καπούλια και γελούσε . Ήταν η ώρα του παιχνιδιού . Με έπαιρνε αγκαλιά και έκλαιγε στο πρόσωπο μου … είναι τόσα πολλά … και ποτέ … ποτέ δεν με … τους αγαπώ τόσο … δεν θέλω να φύγω μακριά τους , σε παρακαλώ .
- Πρέπει . Τους βλέπεις ; Έχεις φυτέψει μέσα τους έναν σπόρο .Τον σπόρο της αγάπης . Αυτός σιγά-σιγά θα μεγαλώσει και … Τελείωσες εδώ φίλε μου . Ώρα να γευτείς τους καρπούς της επιτυχίας σου . Εκεί που θα πάμε θα μπορείς να τους βλέπεις . Αυτά που θα δεις είναι πέρα από την φαντασία σου. Βλέπεις τις κόρες του κυρ Λάμπρου ;

Οι κόρες του ήταν ξαπλωμένες δίπλα του . Αυτές τις κρίσιμες στιγμές δεν μπορούσαν να τον αφήσουν μόνο . Είχαν αποκοιμηθεί χαϊδεύοντας το κουρασμένο κορμάκι του . Τις κοίταξε και σαν ένα δάκρυ να κύλισε από την μουσούδα του . Με αυτά τα κορίτσια είχε κάνει πανέμορφα παιχνίδια στα τόσα χρόνια . Τι κι αν έφυγαν κάποτε από το σπίτι ; Πάντα ερχόντουσαν για να παίξουν μαζί του .
- Αυτές θα πάρουν την αγάπη και την ευλογία σου. Από εκεί πάνω θα δεις τον σπόρο που τους φύτεψες να γίνεται πανέμορφο , πολύχρωμο λουλούδι , που θα μυρίζει σε όλον τον τόπο με τέτοιο άρωμα … Εσύ το κατάφερες αυτό . Έλα , πάμε . 

Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι του για τελευταία φορά με σκοπό να τους αποχαιρετίσει όλους . Κοιμόντουσαν , μα σαν τα χέρια των κοριτσιών σαν να χάιδεψαν την ράχη του . Ο Τζόνι χάρηκε . Κατέβασε το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια οριστικά . Κατάλαβε και ο ίδιος ότι ήταν ώρα .
Έγινε λάμψη και στάθηκε δίπλα στον άγγελο .Τότε , χωρίς να το περιμένει , όλη η αγάπη που ένιωθε ,όλη η αγάπη που νιώθανε και οι άλλοι γι αυτόν , τον γέμισαν .Τον έκαναν τόσο λαμπερό … Για πρώτη φορά αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος . Τόσο σημαντικός . Πέρασε από έναν – έναν ξεχωριστά και έβαλε λίγο από την λάμψη του στις καρδιές τους ,έτσι , για να απαλύνει τον πόνο τους . Στον κυρ Λάμπρο όμως … Έμεινε λίγο παραπάνω μαζί του. Του είπε λόγια που δεν μπορούσε σαν σκύλος να του πει . Κατά παράξενο τρόπο γνώριζε ότι αυτά του τα λόγια ο Λάμπρος θα τα ακούσει .
Ο άγγελος του χαμογέλασε .Είχε δίκαιο σε ότι του είπε . Ο σκύλος χωρίς δισταγμό του άπλωσε το χέρι . Και οι δύο μαζί χάθηκαν στον καθαρό ουρανό .


         ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

0 σχόλια:

ΤΟ ΧΑΡΤΑΚΙ



Το σύμπαν σου μιλά και καλά θα κάνεις να το παρατηρείς, να το ακούς.Προστατεύει αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη. 
«Να πιστεύεις στα σημάδια» μου έλεγε. Μωρέ τι βλακείες ήταν αυτές σκεφτόμουνα αλλά της έδινα το χαμόγελό μου για να μη με πρήζει. Η Αφροδίτη ήταν η καλύτερή μου φίλη. Όταν την γνώρισα μου έκανε εντύπωση η λαχτάρα που είχε για τη ζωή. Μπορεί να είναι τριάντα πέντε αλλά δε νιώθει πάνω από εικοσιπέντε και αυτό της το αναγνωρίζω. Το διάστημα που μπήκε στη ζωή μου ήμουνα φρεσκοπαντρεμένη και εκείνη μόλις είχε μετακομίσει πάνω από το διαμέρισμα που μέναμε με τον άντρα μου το Μίλτο. Εγώ ήμουν άνεργη και εκείνη ως μεταφράστρια δούλευε στο σπίτι οπότε είχαμε άπλετο χρόνο να γνωριστούμε. Μας αγάπησε αμέσως κάτι που κατάλαβα πως δεν της ήταν καθόλου δύσκολο γενικότερα. Δεν είχε όρια στα μέσα της. Η Αφροδίτη έγινε η αδερφή που ποτέ δεν είχα, η φίλη που πάντα ήθελα αλλά και η μητέρα που έχασα στην εφηβεία μου. Με αποδέχτηκε ατόφια και αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.
Ήταν η μόνη που πίστευε πολύ στα σημάδια. Ξεκάθαρα όλα από την αρχή. Είχε πιάσει το νόημα της ζωής και η αλήθεια είναι ότι δεν την είχα δει ποτέ να κλαίει ή να μιζεριάζει. «Αρνούμαι να νικηθώ από αυτονόητα πράγματα Μυρτώ. Κανείς και τίποτα δεδομένο. Δίνω και παίρνω το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Τον χρόνο. Όποιος θέλει κάθεται και τον απολαμβάνει μαζί μου - ζυμωμένος πάντα με αγάπη - όποιος πάλι δε θέλει έχω την πόρτα ξεκλείδωτη». 

Ο μόνος κανόνας που είχε: Μετά την απομάκρυνση από τα μέσα της δεν μπορούσες να επιστρέψεις. Αυτό το διαπίστωσα ένα πρωί όταν ένας ονόματι Άρης αποφάσισε να επιστρέψει μετά από χρόνια. Δεν ήξερα τι είχε γίνει μεταξύ τους αλλά δεν θα ξεχάσω όμως τη σκηνή όταν ανέβηκα για πρωινή κουβεντούλα και την είδα να μιλάει με τον εμφανώς ταλαιπωρημένο μελαχρινό άντρα. Τον κοίταξε με μάτια βουτηγμένα στον πάγο λέγοντας του «μη γυρνάς στα ερείπια χρυσέ μου γιατί υπάρχει κίνδυνος να σε πλακώσουν». Αυτός δεν έβγαλε άχνα, άπλωσε το βλέμμα του στο πάτωμα και αποχώρησε. Μόλις μπήκαμε σπίτι της ξεκίνησε να μου λέει για ένα καινούργιο βιβλίο που μετέφραζε ετοιμάζοντας καφεδάκι. Ο Άρης άνηκε προφανώς σε ένα κοκαλωμένο χρόνο. Δεν τη ρώτησα τι είχε συμβεί, όταν εκείνη αποφάσιζε θα μου έλεγε. Η αδιακρισία άλλωστε πορεύεται με μισές αλήθειες και εγώ έμαθα να μη τις συμπαθώ.

Λίγους μήνες μετά βγήκαμε για φαγητό στο αγαπημένο μας Ιταλικό. Η διαδρομή μικρή αλλά όμορφη με μεγάλα πεζοδρόμια και κάθε λίγα μέτρα να σου και ένα πεύκο να μας χαιρετά. Καθώς προχωρούσαμε είδαμε ένα χαρτάκι να τρέχει με μανία, έκανε σβούρες και στο τέλος κατέληξε πάνω σε μία κολώνα. Τριβόταν με πείσμα πάνω της αλλά η κολώνα δεν το άφηνε να φύγει. Αγέρωχη η άτιμη σαν τη φιλία σκέφτηκα. Το κοίταζε επίμονα, «δες.. εμποδισμένο νέο είναι αυτό.. Ναι καλέ!» Την πήρα αγκαζέ και την τράβηξα μέσα στο εστιατόριο. Περισσότερο καιγόμουνα για γεμιστά ραβιόλια με βουβαλίσια ρακότα και φρέσκο σπανάκι βουτηγμένα σε σάλτσα μανιταριών, φρέσκιας ντομάτας και παρμεζάνας παρά για τα νέα που μας έκρυβε η κολώνα. Προχωρήσαμε προς το βάθος, εκείνη με το γνωστό αρχοντικό περπάτημα της και εγώ με απελπισμένο ύφος για ένα τραπεζάκι που σε λίγο θα γέμιζε με καλούδια. 

Η Αφροδίτη είναι πολύ όμορφη. Έχει μπλε μάτια και τα μαλλιά της είναι μαύρα σαν το κάρβουνο αλλά με τη γυαλάδα της θάλασσας τη νύχτα. Ήταν η μόνη που μπορούσε με ένα βλέμμα της να σε κάνει να σωπάσεις αιώνια και να μην ξαναβρεθείς ποτέ στο δρόμο της. Ταυτόχρονα όμως μπορούσε να σε κάνει να της χαρίσεις τον καθρέπτη της ψυχής σου. Της άρεσαν οι «γυμνοί» άνθρωποι με όποιο κόστος.

Κάτσαμε δίπλα στο παράθυρο και παραγγείλαμε. Ξαφνικά κόλλησε το βλέμμα της στο πίσω τραπέζι. Κοιτάζοντας πίσω αναγνώρισα το μελαχρινό άντρα που είχα δει σπίτι της λίγο καιρό πριν. Καθόταν με μία κοπέλα και τσούγκριζαν τα κολονάτα ποτήρια με το κόκκινο κρασί. Αυτός μόλις κατάλαβε την παρουσία μας πάγωσε και η συνοδός του τον κοίταγε αμήχανα και πιάνοντας του το χέρι τρυφερά του ψιθύρισε κάτι. Εκείνη έμεινε να κοιτάει μέχρι που την σκούντηξα. «Τι συμβαίνει κοριτσάκι;» τότε τράβηξε τα μάτια της από πάνω του και μόλις τα είδα τρόμαξα. Είχαν κοκκινίσει και δάκρυα τα σκέπαζαν σιγά σιγά. Η κοπέλα σηκώθηκε να φύγει τραβώντας τον μαζί της αλλά εκείνος δεν έλεγε να σηκωθεί μέχρι που πήρε τη τσάντα της και αποχώρησε σχεδόν τρέχοντας. Είχα ζαλιστεί κοιτώντας πέρα δώθε, το πρόσωπό μου καιγόταν και διαισθανόμουν ήδη άσχημες καταστάσεις. Πάνω που έλεγα να τη ρωτήσω ποιος σκατά είναι αυτός, εμφανίστηκε μπροστά μας. Της ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως και έκατσε. «είναι του σπιτιού η Μυρτώ, της ψυχής που λένε.. πες αυτό που θες». Άρχισε να της λέει πως είχε κάνει μεγάλο λάθος που την άφησε τότε και ακόμα το πληρώνει, πως δεν το ήθελε, πως τον νίκησαν οι φόβοι του, πως ο καρκίνος της τον σόκαρε.. Ο καρκίνος; Ποιος καρκίνος; Τι λέει καλέ αυτός; Η Αφροδίτη όλη αυτή την ώρα τον κοιτούσε και τα μάτια της έσταζαν. «Λέω να γράψω ένα βιβλίο για μας..» τον διέκοψε με φωνή που σιγά σιγά ζωντάνευε. «Πρέπει να βάλω ένα τίτλο όμως. Όχι κανένα τυχαίο.. έχεις καμιά ιδέα να μου δώσεις; Ξέρω σίγουρα τον πρόλογο..» Σηκώθηκε από την καρέκλα πετώντας την κάτω, οι πελάτες ήδη μας κοιτούσαν, έπιασε δύο χούφτες από τα μαλλιά του, πλησίασε σε απόσταση σχεδόν μηδενική και ξεκίνησε.. «Ήρθε απρόσκλητος και μου σβερκώθηκε πολύ άτιμα. Τι να τον έκανα μωρέ ; Μπάλα να ήταν έπρεπε να κλωτσήσω, μάχη να ήταν έπρεπε να πολεμήσω. Και ξέρεις τι είπα; Θέλω να αποχωρήσω τώρα και να πάω σπίτι μου στον Άρη μου.. Ωχ! Λάθος απάντηση! Μόλις χάσατε τον Άρη. Ο “επισκέπτης” μου θερίζει και εξαφανίζει.. μάντεψε Μυρτώ ποιον θέρισε και ποιον εξαφάνισε» είχε βγει εκτός εαυτού πια… μέχρι και τα σάλια της είχαν δραπετεύσει πόσο μάλλον η ψυχραιμία της.. Φώναζε και κανείς δεν τη πλησίαζε, την κοιτούσαμε όλοι παγωμένοι. «Ο γιατρός μου είχε προτείνει χημειοθεραπείες για να με βοηθήσουν να ζήσω. Το πιστεύεις πως έλεγε αλήθεια; Εδώ είμαι ακόμα ρε συ!!» Τον έσπρωξε με δύναμη μαζί με την καρέκλα και συνέχισε να παραληρεί.. «και εσύ τι έκανες καλέ μου; Βρήκες την πρώτη διαθέσιμη και αφού με στόλισες με μασκαρεμένες αιτίες και φόβους συνέχιζες να με πηδάς, όχι με την ηδονή που ήξερα αλλά με λύσσα λες και ήθελες να ξεζουμίσεις ότι πόνο είχα μέσα μου!! Με κέντησες με ξεφτίλα, κλαιγόσουνα σα πρεζάκι για λίγη συμπόνια που δεν άντεξες αυτό που έδωσε ραντεβού μαζί μου και όχι μαζί σου! Για πόσο νόμιζες ότι θα κρυβόσουνα;» Ο Άρης απλά άκουγε, ούτε το σάλιο του δεν κατέβαζε για να μην κάνει το παραμικρό θόρυβο και την εξοργίσει ακόμα περισσότερο. «Δε δέχομαι άλλη τέτοια ήττα στη ζωή μου αλλά ούτε το χτες που μου χάρισες. Τι να σε κάνω μωρέ; Να μου πιπιλάς δικαιολογίες και’ γω να τις χάφτω; Δε σου είπα ότι χόρτασα; Με άφησες να τυραννιστώ, να τυλιχτώ στην άγνοια ξεβολεύοντας την ύπαρξή μου από τον κόσμο. Θέλω να φύγεις!!» Είχε κοκκινίσει και ούρλιαζε.. εκείνος σήκωσε το βλέμμα του «Σε αγάπησα και αυτό δεν αλλάζει. Με νίκησαν οι φόβοι μου» της ψέλλισε. Εκείνη έτρεμε ολόκληρη και γύρναγε γύρω από τον εαυτό της τραβώντας τα μαλλιά της. Ο σερβιτόρος της έβαλε ένα ποτήρι νερό στο στόμα και της χάιδεψε την πλάτη τρυφερά. Εκείνη έπιασε το ποτήρι και το έχυσε με μανία στο πρόσωπό της « Και τι είναι τα λάθη Άρη μου; Ξεπέτες της μίας βραδιάς που το πρωί συνεχίζουμε σα να μη συμβαίνει τίποτα;» συνέχισε να βγάζει την οργή της. Είχα πάθει σοκ από την Αφροδίτη που έβλεπα μπροστά μου. Καρκίνος; Προδοσία; Δεν περίμενα ποτέ κάτι τέτοιο. Πόσο κακό χώρεσε μέσα στην καλή ψυχή της, πόση αδικία.. «Αγάπησες; Ποιόν; Να σου πω, άσε τις αεράτες δηλώσεις και προχώρα στο ζουμί της συγνώμης. Θα μας κάνεις τη χάρη να μας πεις τουλάχιστον την αλήθεια ή θα μας μελώσεις πάλι; Έμαθα στις ξαφνικές χαρές να μην παραγκωνίζομαι. Χώνομαι και γελάω με την ψυχή μου. Θες να το πεις και καλοσύνη; Πες το ντε!! Ακόμα να με μάθεις;» Εκείνος έπεσε από την καρέκλα, γονάτισε μπροστά της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, κρύβοντας το πρόσωπό του. Ένας πελάτης που στεκόταν δίπλα του τον πήρε σε μία άκρη. «φύγε αγόρι μου, αρκετό κακό έκανες. Πήγαινε να συνεχίσεις τη ζωή σου και μην κοιτάς πίσω. Εδώ έχει μόνο χρωστούμενη οργή και ποτέ δεν θα τελειώσει.» Ο Άρης τον έπιασε από το μπράτσο και κινήθηκε αργά προς την πόρτα. Βοήθησα την Αφροδίτη να κάτσει και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Την ένιωθα ξυλιασμένη και άρχισα να τη χαϊδεύω με μανία. Έτρεμε τόσο που νόμιζα πως θα σπάσει.


Ο σερβιτόρος ήρθε με μία πετσέτα βρεγμένη και της σκούπισε το μέτωπο. «Γλυκιά μου μην ανησυχείς, όλα τελείωσαν τώρα. Έφτυσες όλο τον πόνο.» τη φίλησε στο μέτωπο και χάθηκε στην κουζίνα δακρυσμένος. 
Τις επόμενες ημέρες έμεινα σπίτι της. Ο Μίλτος είχε σοκαριστεί με όλα αυτά που του εξιστόρησα και συμφώνησε να μη την αφήσω μόνη. Μου διηγήθηκε όλη την ιστορία, πως γνωρίστηκαν, πόσο πίστευε ότι αγαπιόντουσαν αλλά και το αναπάντεχο για εκείνη τέλος τους. Κάθονταν στο σαλόνι αγκαλιά όταν του ανακοίνωσε για τον «επισκέπτη» της. Την κοίταγε αποσβολωμένος για κάμποση ώρα. Την άφησε και πήγε στο γραφείο να ηρεμήσει όπως της είπε. Τρομοκρατήθηκε. Μήπως δεν έπρεπε να το πει; Να το περάσει μόνη της; Μα πως όμως; Οι θεραπείες δεν κρύβονται. 

Οι επόμενες μέρες φίμωσαν τις λέξεις του μέχρι που ένα πρωί της είπε ότι δεν μπορεί να το διαχειριστεί και ότι θα πρέπει να πάρει λίγο χρόνο, ας χώριζαν για λίγο και μετά θα έβλεπαν. Το διάλλειμα που τελικά ήταν οριστικό η Αφροδίτη το πέρασε στο μπάνιο κλαίγοντας και κάνοντας εμετούς. Εκείνος είχε πια υιοθετήσει τη σιωπή. Λίγες μέρες μετά την πήρε ο ξάδελφος της και μη γνωρίζοντας την κατάσταση της είπε πως είδε τον Άρη με μία άλλη αγκαλιά στον δρόμο. «Φαινόταν ευτυχισμένος Αφροδίτη. Καλά πότε χωρίσατε;» Δεν του χάρισε άλλη λέξη.. απλά έκλεισε το τηλέφωνο. Έπεσε κατάχαμα και έσερνε τις πληγές της στο πάτωμα, κάθε λεπτό που περνούσε πρόσθετε περισσότερη μανία μέχρι που δεν είχε πια δύναμη παρά μόνο για να αναπνέει. Όταν συνήλθε προσπάθησε να τον βρει όμως εκείνος ήταν άφαντος. Θες παρακαλετά, απειλές, όλα τα δοκίμασε.. δεν πήρε καμία απάντηση. Ο δειλός είχε νεκρώσει από αισθήματα. Τόσο απλά. 


Ο τρόπος που της φέρθηκε ο Άρης την τσάκισε. Μου είπε πως η προδοσία που ένιωσε της τα διέλυσε όλα. Για μήνες γυρνούσε σπίτι και έπαιζε ρόλους μπροστά στον καθρέπτη σα να ήταν όλα ψέματα. Στην πρώτη σκηνή ο Άρης γυρνούσε από ένα μακρινό ταξίδι και όλα ήταν ένα όνειρο, στην άλλη είχε δίδυμο αδερφό και όλα ήταν μία παρεξήγηση, σε κάποια άλλη όλα ήταν ένα αστείο για τα εικοστά έκτα γενέθλια της. Πέρασε καιρός μέχρι να σταματήσει να παίζει τους ρόλους της και να δει το έργο που έπαιζε πραγματικά στη ζωή της. «Η απογοήτευση μου άδειασε ότι με κόπο γέμιζα. Μπορεί να νίκησα τον καρκίνο αλλά η ψυχή μου έπεσε πριν καν ξεκινήσω τη μάχη. Ξέρεις πόσο πόνο μου προκάλεσε αυτό;» μου είπε ένα πρωί σφίγγοντας τα χείλη της. 
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και η Αφροδίτη είχε ηρεμήσει. Είχε βρει το γέλιο της και το σκοτάδι είχε σχεδόν φύγει από τα μάτια της. Είχα αποφασίσει να της κάνω το σπίτι τσίρκο χωρίς ντροπή. Ανέβηκα φορτωμένη σα το γαϊδούρι με σωρηδόν στολίδια για την αποστολή μου και μόλις έφτασα στην πόρτα είδα ένα χαρτάκι τυλιγμένο στο πόμολο της πόρτας. Άφησα τη πραμάτεια μου κάτω, το πήρα και είδα το όνομα του Άρη γραμμένο πάνω. Μια φλόγα μου έκαψε το στομάχι.
«Με αγκαλιά τη δειλία μου και μία χούφτα ψέματα προσπαθούσα να εξιλεωθώ μπροστά στον καθρέπτη μου τόσα χρόνια. Τελικά ο επισκέπτης σου θέλησε να συστηθεί και σε μένα. Τα κόκκαλα μου τον φιλοξενούν εδώ και οκτώ μήνες και μόνο ο Θεός ξέρει για πόσο ακόμα. Σε αγάπησα όσο καμία άλλη. Εύχομαι μόνο να με συγχωρέσεις».
Πήρα το χαρτάκι και το πέταξα. Η κολώνα έκανε τη δουλειά της και εγώ τη δική μου. Η ζωή της άνηκε και το σύμπαν μου το ψιθύρισε εκείνο το βράδυ…



           AN.ΣΑ.ΛΟΗ

0 σχόλια:

ΣΕΡΝΟΜΕΝΗ ΣΚΙΑ



Ήταν Ιανουάριος του ’54 κι εγώ μέσα στην βάρκα μου μάζευα τα δίχτυα από τον ποταμό στο χωριό που μεγάλωσα. Τότε που σαράντα μέρες πριν, είδα τον μέθυσο πατέρα μου να ξεψυχά στην ταβέρνα του χωριού.
Αφού έβαλα τα ψάρια στο καλάθι, τα ‘δωσα στην μάνα μου να τα μαγειρέψει για το τραπέζι του μνημόσυνου. Ήρθανε φίλοι και συγγενείς, φάγανε και ήπιανε μέχρι που έδυσε ο ήλιος.

Όταν τ’ αδέρφια μου κοιμήθηκαν, είδα την μάνα μου να ‘ρχεται σ’ εμένα κρατώντας το κανάτι. «Πάνε παιδί μου και γέμισέ το, δεν έμεινε στάλα. Ίσως το βράδυ τ’ αδέρφια σου να γυρέψουνε νερό».
Το πήρα κι έβαλα τα παπούτσια μου ξεκινώντας μες στην νύχτα για την βρύση του χωριού. Είχε πολύ κρύο και τα παγωμένα χέρια μου κρατούσανε με ζόρι το κανάτι. Φορούσα μια μπλούζα μονάχα κι έτρεμα ολάκερος. Έκοβα δρόμο πηγαίνοντας μέσα από χωράφια, μέχρι που έφτασα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Όπως έσκυψα πάνω στην βρύση ν’ αφήσω το κανάτι κάτω από το νερό, είδα μια σκιά όμοια με δέντρου, να κινείτε! Κινούνταν κι όλο και μεγάλωνε! Μεγάλωνε και μεγάλωνε, ώσπου πήρε το σχήμα μιας ανθρώπινης μορφής φτιαγμένης από έναν παράξενο μαύρο καπνό!
«Ποιος είσαι;» με ρώτησε.
Κοίταξα γρήγορα γύρω μου, μα δεν ήτανε κανείς κοντά μου! Η σκιά ήτανε πλέον στα τρία μέρος ύψος, στα δυο βήματα μπροστά μου. Όπως σήκωσε το χέρι της ψηλά, κάνοντας κίνηση να με χτυπήσει, φώναξε «ΠΟΙΟΟΣ!»
. Άφησα το κανάτι εκεί που ήτανε κι άρχισα να τρέχω με την ψυχή στο στόμα! Στην άκρη του ματιού μου έβλεπα ξωπίσω μου την μαύρη σερνόμενη σκιά να με κυνηγά, με την μεθυσμένη φωνή του πατέρα μου να μου μιλάει «Τι κάνεις αγόρι μ; Στάσου να σε χαρώ λίγο βρε ψυχή μου! Πες μου παλικάρι μου, με αγαπάς; Μίλα μου βρε, ν’ ακούσω λίγο την φωνή σου»
Ήξερα πως αυτό που δεν έπρεπε να κάνω, ήτανε να μιλήσω. Γιατί αν το έκανα, η σκιά θα μου ‘παιρνε τα λογικά.

Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού πηγαίνοντας τρομοκρατημένος στο κρεβάτι. Σκεπάστηκα ως το κεφάλι με την κουβέρτα για να προστατευτώ και τότε ήταν που είδα την μάνα μου με το δάκτυλο στα χείλι να μου κάνει νόημα για ησυχία.
Μάλλον είδε την σκιά που σέρνονταν πίσω μου καθώς έμπαινα στο σπίτι. Σε ένα κενό που έκανε η κουβέρτα προς τα πόδια μου, είδα την σκιά εκεί πάνω στον τοίχο! Σήκωσε το χέρι της και το έκανε μαστίγιο, το κουνούσε πάνω στο ταβάνι σαν ένα μεγάλο φίδι. Το κατέβασε απότομα και με τόση δύναμη που άκουσα την σάρκα της πλάτης μου να σκίζεται. Τότε τα τελευταία λόγια της μάνας μου ήταν με ένα ουρλιαχτό της «ΟΧΙΙΙΙ!! ΕΜΕΝΑ ΠΑΡΕ ΑΤΙΜΗ, ΕΜΕΝΑ!»

Η μάνα μου σάλεψε, δεν κράτησε πολύ. Ας είναι ελαφρύ το χώμα της.»

       ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

0 σχόλια:

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πολιτεία ηλιόλουστη και πανέμορφη. Καθρεφτίζονταν στα νερά μιας λίμνης. Στις όχθες της λίμνης ζούσε ένα νέο κι όμορφο κορίτσι κι είχε μια καλύβα. Κάθε μέρα έβγαινε έξω, κάθονταν πλάι στη λίμνη κι έλεγε ιστορίες και παραμύθια. Κόσμος μαζεύονταν τριγύρω της, κόσμος πολύς και την άκουγε με τις ώρες.

Κάποια μέρα τα σύννεφα πήραν τα λόγια της και σύννεφο με το σύννεφο φτιάξανε σκάλα, ψηλά μέχρι τα αυτιά του ουρανού. Κι εκείνος άκουσε κομμάτια από τις ιστορίες. Μα ήταν περίεργος τι έγινε μετά, ποια είναι η συνέχεια στο παραμύθι. Ο ουρανός θέλησε να μάθει που είναι εκείνη η πολιτεία με τη λίμνη, που είναι εκείνο το κορίτσι που λέει τις ιστορίες. Σαν του είπαν τα σύννεφα, έφτασε ως εκεί και κατέβηκε χαμηλά και χαμηλά και πήρε τη μορφή ενός αγοριού.

Πρώτη φορά το κορίτσι τον είδε να καθρεφτίζεται στα νερά της λίμνης. Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν άργησαν να γίνουν φίλοι. Εκείνος καθόταν μαζί της και την άκουγε με τις ώρες να λέει ιστορίες κι έπειτα έφευγε πάλι. Και πέρασε καιρός, καιρός πολύς. Το κορίτσι και το αγόρι γνωρίστηκαν καλύτερα, αγαπήθηκαν. Αλλά μια μέρα ο ουρανός έπρεπε να ταξιδέψει μακριά σε άλλες πολιτείες που οι άνθρωποι τον χρειάζονταν γαλανό πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνη την ημέρα δεν έφτασε στην πολιτεία με τη λίμνη και το κορίτσι τον έψαχνε και τον έψαχνε. Γύρισε όλη τη λίμνη κι όπως έσκυβε στα νερά της για να τον δει να καθρεφτίζεται μέσα, γλίστρησε κι έπεσε μέσα στη λίμνη και χάθηκε. 

Την άλλη μέρα ο ουρανός ήρθε πάλι κι έψαξε να την βρει. Όμως όπου κι αν κοίταξε εκείνη δεν ήταν πουθενά. Πάει στο καλύβι της και χτυπά την πόρτα. Του ανοίγουν δυο γυναίκες μαυροφορεμένες.
 «Που είναι το κορίτσι:»
« Έφτασες αργά γιόκα μου».
Του είπαν τι συνέβη κι ο ουρανός αντάριασε. Γέμισε σύννεφα, αστραπές και βροντές. Μαύρισε κι άρχισε να βρέχει και να βρέχει με ένα κλάμα ατελείωτο. Κι από εκείνη την ημέρα ο ουρανός είναι συνέχεια συννεφιασμένος και μαύρος και κλαίει τον χαμό της καλής του. Μα κάποιες φορές σαν τα σύννεφα περνούν από μπροστά του και του αφήνουν κάποια από τα λόγια από τις ιστορίες κείνου του κοριτσιού, εκείνος χαμογελάει και γίνεται πάλι γαλανός. Κι εκείνες τις ώρες η πολιτεία είναι και πάλι ηλιόλουστη.
 Και λένε πως τούτη η πολιτεία δεν είναι άλλη από τα Γιάννενα, τα Γιάννενα με τις Αφηγήσεις της Λίμνης



        Νεφέλη Ζολώτα-Τάτση 

0 σχόλια:

ΛΙΓΟ ΑΙΜΑ

Μας πήρε ώρα να φτάσουμε. Ήταν απόγευμα και δεν εφημέρευαν και πολλά νοσοκομεία. Είχε έρθει και η αδερφή του να μας πάρει από τον σταθμό. Ήμασταν τρεις. Κάναμε πάνω από μίση ώρα να φτάσουμε είχε κίνηση και το λεωφορείο συνεχεία σταματούσε.

Το νοσοκομείο ήταν τεράστιο. Έπρεπε να βρούμε την αιματολογική κλινική. Μπήκαμε και ρωτήσαμε. Μας είπαν ότι είναι στο ισόγειο. Κατεβήκαμε κάτι στριφογυριστά σκαλιά και διασχίσαμε ένα μάκρη διάδρομο στην συνεχεία βγήκαμε σε μια μικρή αυλή και στην άλλη άκρη της βρίσκονταν το τμήμα που ψάχναμε.

Μπήκαμε μέσα είχε κάμποσο κόσμο αλλά όχι και παρά πολύ. Η νοσοκόμα μας έδωσε ένα χαρτί και μας είπε να γράψουμε τα στοιχεία μας και να περιμένουμε στην σειρά μας. Τον γιο του επειδή είχε δώσει αίμα πριν δυο εβδομάδες δεν του επιτρέπανε κα ξαναδώσει. Γράψαμε τα ονόματα μας σε ένα σημείο έλεγε αν έχεις ξαναδώσει αίμα και ποτέ. Εγώ δεν το είχα ξανακάνει αλλά ντράπηκα να το γράψω και είπα πως έχω ξαναδώσει άλλη μια φορά πιο παλιά.

Ήρθε η σειρά μας και μας φώναξαν να περάσουμε. Στην αρχή μπήκαμε σε ένα δωμάτιο όπου ένας γιατρός γύρω στα πενήντα με μακριά γκρίζα μαλλιά, έμοιαζε σαν ροκ σταρ που έχει γεράσει μας έκανε μια τρυπά στο δάχτυλο και μας πήρε λίγο αίμα. Μετά έκανε κάτι μετρήσεις να δει εάν είμαστε εντάξει ώστε να συνεχίσουμε.

Μόλις μπήκαμε στην επόμενη αίθουσα μας έβαλαν να ξαπλώσουμε σε κάτι κρεβάτια που είχες τα ποδιά σηκωμένα. Ήρθε μια νοσοκόμα και μας έβαλε την βελόνα και το σακουλάκι όπου θα συγκεντρώνονταν το αίμα. Επειδή εγώ δεν τα πάω και τόσο καλά με τις βελόνες έκλεισα τα μάτια μου και δεν ήθελα να κοιτάω καθόλου.


Μείναμε εκεί για περίπου δέκα λεπτά δεν ξέρω μπορεί να ήταν και λιγότερο. Μετά βγήκαμε έξω πήρα και ένα χυμό που μας έδωσαν. Ο φίλος μας ευχαρίστησε παρά πολύ που το κάναμε αυτό για τον πατέρα του ο οποίος θα έκανε μεταμόσχευση πνεύμονα την άλλη μέρα, καρκίνος. Εκείνη την ημέρα ένιωσα τα πιο περίεργα συναισθήματα στην επιστροφή δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε με τον φίλο μου δεν είχαμε όρεξη. Ακόμα και τώρα δεν ξέρω αν τελικά το αίμα μας βοήθησε να σωθεί ο πατέρας του το μόνο που ξέρω είναι ότι το έδωσα.  


        IΩΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΓΙΑΝΝΗΣ

0 σχόλια:

ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

"Παρακαλούνται οι επιβάτες με αριθμό πτήσης 427 να προσέλθουν στην πύλη 9." Κοίταξε τους ανθρώπους που σηκώνονταν κι ακολουθούσαν τις οδηγίες που είχε δώσει η φωνή απ' τα μεγάφωνα. Άγγιξε το λαιμό της στο σημείο κάτω από το αριστερό αυτί, κατέβασε το χέρι και πήγε να σηκωθεί. Σταμάτησε. Η ουρά θα ήταν μεγάλη, δεν υπήρχε λόγος να βιάζεται.


Το φανάρι άναψε πράσινο και το αμάξι ξεκίνησε. Ο Αντρέας άνοιξε το ραδιόφωνο κι έψαξε να βρει κάνα καλό σταθμό.-Αχ, κλείσ' το σε παρακαλώ. Δεν έχω καθόλου όρεξη.Της έπιασε το χέρι και γέλασε.-Μες στα μούτρα είσαι απ' το πρωί. Ούτε δυο μέρες δε μπορείς να μας αποχωριστείς;- Ρε Αντρέα τι θες να κάνω; Τώρα που αρρώστησε το παιδί έπρεπε να φύγω;- Θα τον προσέχω εγώ το μικρό. Να μην ανησυχείς για τίποτα.-Και τι θα φάτε; Αφού χτες δεν πρόλαβα να μαγειρέψω. Απ’ έξω θα του δώσεις με 39 πυρετό;- Θα πω στη μάνα μου να φέρει σούπα.Η μάνα του. Ποιός ξέρει τι θα 'λεγε πάλι η μέγαιρα. Άφησε άρρωστο παιδί και τρέχει στα συνέδρια. Ξεφύσησε και έστρεψε την προσοχή της στα δέντρα και τα σπίτια, που την προσπερνούσαν.-Μην κάνεις έτσι. Έτυχε μια φορά κι εσύ να χρειαστεί να φύγεις. Δε χάθηκε ο κόσμος. Θα σαι πίσω πριν να το καταλάβεις.Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Πήρε το χέρι του στις παλάμες της, το έφερε κοντά στα χείλια της και το φίλησε.-Μακάρι να ερχόσουν κι εσύ μαζί μου.


Δυο πράγματα την υποδέχτηκαν μόλις άνοιξε τα μάτια της, μια σουβλιά στο κεφάλι κι ένας κόμπος στο στομάχι. Είχε πιεί πολύ το προηγούμενο βράδυ, περισσότερο απ’ όσο άντεχε. Γύρισε προς το κομοδίνο και έπιασε το κινητό της. Με τα μάτια μισάνοιχτα απ’ τη νύστα κοίταξε την ώρα. Η πτήση της έφευγε σε δυο ώρες κι εκείνη δε μπορούσε να σύρει το κορμί της.Σηκώθηκε παραπατώντας και πήγε προς την τουαλέτα. Η τσάντα της ήταν πεταμένη στο πάτωμα και τα πράγματα χύνονταν απ’ έξω. Ανάμεσα τους και το κουτί με τα ντεπόν.Γέμισε ένα ποτήρι απ’ το νιπτήρα κι έριξε μέσα το χάπι. Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη, είχε τα χάλια της. Μάζεψε τα μαλλιά της για να πλύνει το πρόσωπό της και τότε είδε το σημάδι, στο λαιμό, κάτω απ’ τον αριστερό λοβό.Έκατσε στην άκρη μπανιέρας κι έπιασε το μέτωπό της. Από το χθεσινό βράδυ όλα ήταν θολά. Οι σύνεδροι, η ταβέρνα, τα γέλια, οι συζητήσεις. Εκείνη γέμιζε το ποτήρι της συνέχεια και ο Πέτρος, δίπλα της όλο το βράδυ. Θυμόταν πως τα πόδια τους ακουμπούσαν κάτω από το τραπέζι, θυμόταν το χέρι του πάνω στο γόνατό της.


Έτριψε αφηρημένη τα δάχτυλα της, που ήταν πασαλειμμένα με μέικ απ. Όσο και να ‘βαζε, η μελανιά φαινόταν. Είχαν περάσει αρκετά λεπτά απ’ την τελευταία ανακοίνωση . Η πύλη θα ‘ταν άδεια τώρα, το αεροπλάνο έτοιμο ν’ απογειωθεί.Λίγα λεπτά αργότερα η φωνή ξαναμίλησε. Εκείνη σηκώθηκε, πήρε τα πράγματά της και προχώρησε προς την έξοδο του αεροδρομίου. Οι επιβάτες της επόμενης πτήσης άρχισαν να μαζεύονται στην πύλη 9.



                  ΚΕΛΛΥ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ


0 σχόλια:

ΓΥΝΑΙΚΑ




 Καθόταν στην πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο και παρατηρούσε τον καιρό.Τα σύννεφα όλο και πύκνωναν,κι ύστερα βροντές προϋπάντησαν μια μανιασμένη καταιγίδα.Στο χέρι της κρατούσε τσιγάρο.Ήταν μόνη στο σπίτι.Αυτή με μόνη παρέα το τσιγάρο.Αυτό που τη σκότωνε,τη λύτρωνε της έκανε παρέα τώρα που προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της.Τώρα που έφερνε στο μυαλό της όλα όσα συνέβησαν.

Υπήρξε πιστή,αφοσιωμένη σύζυγος και μια μάνα που πάντοτε βρισκόταν στο πλευρό των παιδιών της.Τα λάτρεψε από την ώρα που τα ένιωσε να κινούνται μέσα της,τα αγάπησε και τα φρόντισε με όλη της την ψυχή.Αλήθεια τι έκανε λάθος; Υπήρξε κάτι που να της διέφυγε;Κάτι στο οποίο να έφταιξε;
Παντρέυτηκε το Γιάννη στα είκοσι δύο της.Ερωτεύτηκαν τρελά και δέθηκαν αμέσως.Δεν άντεχαν ο ένας μακριά από τον άλλο.Όμως οι καιροί δεν επέτρεπαν πολλά κι έτσι ο Γιάννης τη ζήτησε από τον πατέρα της.Αν και συνομίληκός της δεν είχε οικονομικά προβλήματα αφού ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορας και τον είχε να εργάζεται κοντά του δίνοντάς του ένα γερό μηνιάτικο.
Η Μάνια σπούδαζε τότε αισθητική και ήθελε ακόμη ένα χρόνο για να πάρει το πτυχίο της. «Θα κάνω υπομονή όμως μετά θέλω να κάνουμε παιδιά!Θέλω να φτιάξουμε την οικογένειά μας.»της είχε πει κι εκείνη πέταξε από τη χαρά της ξεχνώντας τα όνειρα για ένα δικό της ινστιτούτο.Διάβαζε πυρετωδώς για να τελειώσει στην ώρα της κι όταν πήρε το πτυχίο περίμενε εναγωνίως μια εγκυμοσύνη.Και ήρθε είς διπλούν αφού έπιασε δίδυμα.Η ευτυχία διπλή αλλά και η κούραση το ίδιο.Ένα αγόρι και ένα κορίτσι που έμοιαζαν σα δυο σταγόνες νερό.Κι η Μάνια να τρέχει ολημερίς για να προλάβει.Ο Γιάννης έλειπε και γύριζε κατάκοπος αργά το βράδυ από τη δουλειά.

Και κάπου μέσα στα οικογενειακά βάρη χάθηκαν.Εκείνος να τρέχει για να μη τους λείψει τίποτα κι αυτή να μεγαλώνει τα παιδιά και να φροντίζει τα πάντα μέσα στο σπίτι εκτός από τον εαυτό της.Το σεξ αραίωσε αφού η κούραση δεν άφηνε περιθώρια.Και ήρθε μια μέρα που κατάλαβε πως τα χρόνια πέρασαν μέσα σε μια συνεχή ρουτίνα,τα μαλλιά τους γκρίζαραν,τα παιδιά μεγάλωσαν κι εκείνοι ήταν σαν ξένοι.Μιλούσαν μόνο για τα παιδιά και τη δουλειά.

Τον αγαπούσε,μόλις άκουγε την πόρτα να ανοίγει τη νύχτα η καρδιά της γαλήνευε όμως γύριζε πλευρό και κοιμόταν εξαντλημένη.Και μια μέρα τον είδε τυχαία στο δρόμο.Ο άντρας της αγκαλιά με μια κοπέλα που δεν ήταν πάνω από τριάντα.Γελούσε ευτυχισμένος.Πόσα χρόνια είχε να τον δει έτσι;
Και τότε κατάλαβε.Αφού επέτρεψε στον εαυτό της να δοθεί αποκλειστικά σ’αυτόν και στα παιδιά είχε χάσει το παιχνίδι.Δεν έκανε τίποτα για τον εαυτό της,μόνο για τους άλλους.Δε πραγματοποίησε τα όνειρά της,έγινε ανιαρή και εκείνος έψαξε κάτι πιο ενδιαφέρον.

Την είχε πληγώσει όμως θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια της.Παρακολούθησε σεμινάρια αισθητικής και εξάσκησε σύντομα το επάγγελμα.Ασχολήθηκε με τον εαυτό της καλλιεργώντας τον εσωτερικά με την πραγματοποίηση ενός στόχου,ενός ονείρου.Και τώρα πια άξιζε.Είχε κάνει κάτι και για ‘κείνη.Είχε δώσει επιτέλους αξία στη Μάνια που είχε παραμελήσει τόσο άδικα,κι είχε δώσει έτσι το δικαίωμα να την παραμελήσει ο ίδιος της ο άντρας.


0 σχόλια:

ΕΚΔΙΚΗΣΗ (ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΕΝΑ)


Εφτά χρόνια περίμενε γι αυτή τη στιγμή,χρονια αδηφαγα και χαμενα εγκλειστος στο μουχλιασμενο κελι του.Το φιλεκδικο πάθος δεν έσβησε ποτέ από μέσα του.Καθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας που περνούσε η επιθυμία του για εκδίκηση φουντωνε όπως η δίψα κάποιου που αδυνατεί να βρει νερό.Κοιμόταν και ξυπνουσε με την γλυκιά προσμονη της εκδίκησης. Αυτή η ζωηρη αδημονια ήταν που τον προστατέψε από την τρέλα της φυλακής.

Και να που τώρα τον είχε απέναντι του. Μόλις δύο τραπέζια τον χώριζαν από τον άνθρωπο που ευθυνοταν για τον εγκλεισμο του,σε εκείνο τo απαίσιo κολαστηριο.Εξαιτίας του ειχε χασει την δουλεια του,την ελευθερια του και εκείνη.

Τον κατοπτευε αρκετή ώρα, όπως παρατηρεί ο κυνηγός την λεία του. Επινε τον καφέ του αμεριμνος και διάβαζε εφημερίδα. Οι αλλαγές που είχαν επελθει πάνω του τα εφτά αυτά χρόνια ήταν ελάχιστες. Μια μικρή αραιωση στους κρόταφους και στο πάνω μέρος του κεφαλιού, ήταν η μοναδική αλλαγή που μπόρεσε να εντοπίσει.Το πρόσωπο του παρέμενε σχεδον ανεγγιχτο απο το περασμα του χρονου. Αυτο εξοργισε ακόμα περισσότερο τον Τζον.

Φορουσε λευκο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και απο πάνω γαλάζιο γιλεκο με τα αρχικά του κεντημενα στο δεξί μέρος. Για μια στιγμή αμφιταλαντευτηκε σχετικα με το που θα τον πυροβόλησε.
"Λεπτομέρειες" σκέφτηκε.

Η ώρα είχε φθάσει. Το δεξί του χέρι γλυστρησε στην τσέπη του μπουφάν του.Τα δάχτυλα του τυλιξαν αποφασιστικά την παγωμένη λαβη του όπλου του. Και τότε συνέβη.Η κούπα που κρατουσε ο ανδρας γλυστρησε και έσκασε με ορμή στο πάτωμα.Το πρόσωπο του είχε πάρει μια αλλοκοτη έκφραση,κατι μεταξύ απροσδοκητου πόνου και αγωνίας. Έφερε ασθμαινοντας, το αριστερό του χέρι στο στήθος του και το ακουμπήσε στο μέρος της καρδιας.Τα γαλάζια ματιά του τώρα είχαν πάρει ένα γκρίζωπο χρώμα, και το βλέμμα του απεπνεε φόβο και απόγνωση. Ξαφνικά τιναχτηκε απότομα πίσω, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και σωριαστηκε στο πάτωμα.


Ο Τζον έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμενος το παραλίγο θύμα του να ψυχορραγει στο παγωμένο πάτωμα. Μια σερβιτόρα έτρεξε αλλαφιασμενη από πάνω του,την ίδια στιγμή που ένας άντρας πίσω από τον πάγκο τηλεφώνουσε στις πρώτες βοήθειες.
Ο Τζον σηκώθηκε ήρεμα και πλησίασε τον πεσμενο άντρα. Ήταν ακίνητος με το στόμα του ανοιχτό και ελαφρώς παραμορφωμενο. Τα μεγάλα και θολα ματιά του τον κοίταζαν. Βλέμμα κρύο, νεκρικο.
Έσκυψε και ακουμπήσε με τα δάχτυλα του τον λαιμό του άντρα. 
-Ζει; τον ρώτησε εντρομη η σερβιτόρα.
-Πολύ φοβάμαι πως είναι νεκρός".
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο. Πήρε βαθιά ανάσα, άναψε ένα τσιγάρο και απομάκρυνθηκε.


0 σχόλια:

ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ



   Μπορούμε να ακούσουμε κάτι άλλο; είπε εκείνη.
Του ήρθε να βάλει τα γέλια στο άκουσμα του λόγου της. 'Ηταν κάτι σαν παράκληση και διαταγή μαζί, ενώ το βλέμμα της είχε ένα τόνο αποδοκιμασίας.
Για να τη νευριάσει περισσότερο της είπε.
 -
Τι; 
-Δέν πιάνει άλλο σταθμό αυτό το ραδιόφωνο; Αυτά τα τραγούδια θα μας κοιμίσουν.
- Να αυτό είναι το κουμπί που ψάχνει,βρές ότι σου αρέσει.
-Ε! άναψε και κανένα φως, δεν βλέπω που είναι.
-Άσε θα ψάξω εγώ να βρώ, αν σου αρέσει κάποιο πες το μου να σταματήσω.

   Εκείνη ακούμπισε πάλι στήν πλάτη του καθίσματος κρατώντας στο δεξί της χέρι το ποτήρι με το ποτό, που είχε πάρει μαζί της απο το μπαρ που τα πίνανε, ενώ στο άλλο χέρι, το αναμμένο τσιγάρο, απειλούσε να γεμίσει με στάχτη το κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχε πιει αρκετά και ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται ελαφρά. Ήταν βέβαια και οι στροφές του δρόμου που επιδείνωναν την κατάσταση της, συν το γεγονός ότι ήταν πολύ εκνευρισμένη με τον άλλον, εξαιτίας της συμπεριφοράς του την οποία εύρισκε αδικαιολόγητη.

     Ο άλλος πάλι φαινόταν ατάραχος και ήρεμος, με μια διάθεση μάλιστα να αστειευτεί με την κατάσταση της συντρόφου του. Δέν το έκανε όμως γιατί καταλάβαινε πως αυτό θα ήταν η σπίθα που θα την έκανε να εκραγει. Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι του αργά, την κοίταξε και της είπε γλυκά.
- Σου αρέσει αυτός ο σταθμός; Να τον αφήσω;
- Άφησέ τον, είπε αυτή κάπως πιο ήρεμα τώρα, μαλακωμένη από τη γλύκα του άλλου.Όχι πως είχε σκοπό να του χαριστή. Ίσα ίσα που η πρόθεση της ήταν να του τα σούρει χύμα και τσουβαλάτα, να του δώσει να καταλάβει ότι αυτή δεν ήταν από εκείνες της γυναικούλες που τα σηκώνουν αυτά.
"Άμα σου αρέσει κύριε. Άμα δεν σου αρέσει το δρόμο σου και κλείσε μας την πόρτα".Όχι που θα του χαρίσει. Και γιατί να του χαρίσει δηλαδή; Για τα ωραία του τα μάτια; Μα να την παρατήσει μόνη στο μαγαζί για πάει να φάει πίτα; Είναι δυνατον;Και πόση ώρα δηλαδή ήθελες κύριε για να φας αυτήν την σκατόπιτα; Μια ώρα; Αν δεν γουστάρεις πες το μας να το ξέρουμε. Δεν θα σκάσουμε κιόλας". 
Το λάθος της ήταν που μπήκε στο αυτοκίνητο του. Δεν έπρεπε να μπει. Πιο καλά να πήγαινε με ταξί στο σπίτι της, να σκύλιαζε ο άλλος από το κακό του. Να μάθει άλλη φορά να μην κάνει τέτοιες μαλακίες σ αυτήν.
 "Αυτά εκεί που περνάνε και όχι σε μας. Εμείς μαλάκες δεν είμαστε, ούτε και παρακαλάμε κανέναν....."Αυτά και άλλα τέτοια σκεφτότανε και γινόταν ακόμα ποιο έξαλλη.
    Ο σύντροφος της κοιτούσε ευθεία στο δρόμο χωρίς να μιλάει, περιμένοντας να ξεσπάσει η να κοπάσει ο θυμός της φίλης του. Και για της δύο περιπτώσεις είχε έτοιμη την αντίδραση του, καθώς και διαλεγμένα τα όπλα για να αμυνθεί. Ήξερε πως ήταν άδικα θυμωμένη μαζί του. Αυτός της είχε εξηγήσει το λόγο για τον οποίο την άφησε για να πάει να φάει, τώρα αν αυτή δεν ήθελε να το καταλάβει αυτό είναι δικό της θέμα. Άλλωστε η ίδια ξέρει πολύ καλά πως πάντα δυσφορεί όταν βρίσκεται σε αυτό το μαγαζί και περισσότερο όταν εκείνη σέρνει μαζί της όλη την γνωστή κουστωδία των φιλενάδων μαζί με τους επίδοξους μνηστήρες που την πολιορκούν. Αυτός θέλει να είναι μόνο μαζί της, όλοι οι άλλοι του είναι περιττοί και ενοχλητική συνάμα. Θυμώνει εκείνη γιατί αυτός δεν βγαίνει συχνά μαζί της, ενώ ξέρει ότι ούτε του αρέσει, αλλά ούτε έχει και το χρόνο για να ξενυχτάει. Επίσης ξέρει ότι είναι πάρα πολύ κουρασμένος και έχει πάρα πολλά προβλήματα με το μαγαζί. Γιατί δεν τον καταλαβαίνει;
    Ενώ σκέφτονταν αυτά, ξαφνικά του ήρθε να χαμογελάσει." Έχει πλάκα έτσι όπως είναι θυμωμένη", και πιο πολύ πλάκα έχει όταν μπερδεύει τα λόγια της, εξ αιτίας του ποτού, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει τι λέει. Έτσι του έρχονταν, όπως καθόταν αμίλητη και σκεφτική να την αρπάξει ξαφνικά, να κολλήσει τα χείλια του στα δικά της και να μην τα ξεκολλήσει μέχρι να των αγκαλιάσει και να σφιχτή ολόκληρη επάνω του.
Το αυτοκίνητο τώρα είχε πάρει την κατηφοριά και φαινόταν σιγά σιγά τα πρώτα σπίτια του χωριού. Η ώρα ήταν γύρω στις 4 το πρωί , ενώ από της αυλές ακούγονταν οι φωνές των ταλαίπωρων πετεινών που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ξυπνήσουν τους βαριά κοιμισμένους χωριανούς. Κατά τ άλλα μια απέραντη γαλήνη και ησυχία βασίλευε παντού, ικανή να καταλαγιάσει και την πιο ταραγμένη ψυχή. Μοναδική παραφωνία ο θόρυβος της μηχανής, που και αυτός όμως έπαψε, όταν μετά από λίγο το αυτοκίνητο σταμάτησε, ακριβός μπροστά από την θάλασσα.

Ο άνδρας γύρισε το κεφάλι του προς την γυναίκα και ακουμπώντας τα δυο του χέρια στο τιμόνι της είπε.
- Φτάσαμε.
Εκείνη τέντωσε το χέρι της προς το ταμπλό του αυτοκινήτου και προσπάθησε ψαχουλευτά, με το λιγοστό φως του φεγγαριού, να βρει τα τσιγάρα και το τηλέφωνο της. Κατόπιν έσκυψε να πάρει τη τσάντα της και έκανε μια κίνηση να ανοίξει την πόρτα.
- Φεύγεις; Την ρώτησε ο άνδρας με απορία και παράπονο μαζί.
Αυτή ξανάκλεισε την πόρτα ελαφρά και ακούμπησε πάλη την πλάτη της στο κάθισμα. Τώρα ήταν πιο ήρεμη. Λίγο η διαδρομή, λίγο η γαλήνη του τοπίου, η ομορφιά της θάλασσας, λίγο το βλέμμα του άλλου, την είχαν χαλαρώσει. Η Αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να φύγει. Αυτή αλλιώς την είχε φανταστεί αυτή τι βραδιά.
Όλα όμως πήγαν στραβά, τίποτα δεν έγινε όπως το ήθελε . Ας ήταν τουλάχιστον να τελείωνε κάπως καλύτερα.
-Τι να κάνω να μείνω; Τι να πούμε;
- Νομίζεις πως δεν έχουμε να πούμε τίποτα;
-Ότι ήταν να πούμε τα είπαμε πιο πριν, τι να λέμε τώρα; Εγώ είμαι έτσι, εσύ είσαι αλλιώς. Άστo. Καλύτερα μη το παιδεύουμε.
Σιώπησαν για λίγο μένοντας και οι δύο σκεφτικοί. Κάποια στιγμή ο άνδρας είπε;
- Γιατί επιλέγεις πάντα τι λύση της φυγής; Τι αποτέλεσμα νομίζεις ότι μπορεί να έχει αυτό για τι σχέση μας; Πρέπει να καταλάβεις πως η τακτική αυτή είναι πολύ κουραστική και δεν μας βοηθάει.
-Και τι θέλεις να κάνω;
-Πρώτα απ όλα να χαλαρώσεις γενικά. Να μην είσαι τόσο επιφυλακτική απέναντι μου και να μην παρεξηγείς της πράξεις και της προθέσεις μου.
-Εγώ δεν παρεξηγώ τίποτα, αλλά σου έχω πει πως εγώ είμαι έτσι και δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Φοβάμαι. Δεν θέλω να ξαναπληγωθώ. Δεν το αντέχω ξανά.
Τα τελευταία αυτά λόγια της, είχαν έναν τόνο απελπισίας και ικεσίας μαζί. Σαν να έλεγε " γιατί με βασανίζεις; Γιατί επιμένεις να κάνω κάτι που δεν μπορώ; Μη με πληγώνεις άλλο."
Ο άλλος ένιωσε την αγωνία της και σταμάτησε να μιλάει. Για αρκετή ώρα έμειναν και οι δύο να κοιτάζουν την θάλασσα, καθώς τα κύματα της χτυπούσαν με βία πάνω στα βράχια της ακτής, λες και ήθελαν να τα κομματιάσουν!!!




           Ανδρεας Θεοδωρου Ριζος

0 σχόλια:

ΑΝΤΙ - ΥΛΗ



δινα παντα την ιδια συμβουλη στον γιο μου : “Aν συναντησεις ποτε τον αντι-εαυτο σου,δηλαδη ενα πλασμα φτιαγμενο απο αντιυλη που εχει το ακριβως αντιθετο ηλεκτρικο φορτιο απο σενα,αποφυγε να του κανεις χειραψια.Θα εξαυλωθειτε παραυτα και οι δυο”.

Ο αντι-εαυτος ομως του γιου ηταν μια γυναικα...
Και αυτος οχι μονο της αγγιξε το χερι αλλα την φιλησε κι ολας.Το αποτελεσμα ηταν αυτο που τοσο γλαφυρα περιγραφει η συγχρονη φυσικη.


Καπως ετσι ειναι η απολυτη αγαπη” σχολιασε πικραμενη η γυναικα μου.Και πραγματι εκεινο τον καιρο φαινοταν να εχει πεσει επιδημια απολυτης αγαπης στον κοσμο.Ολοι προσπαθουσαν να βριυν τον αντι-εαυτο τους και να εξαφανιστουν.


0 σχόλια:

ΤΟ ΤΕΡΑΣ


   


ίπλα από τη Hackescher Markt στο Βερολίνο, υπάρχουν δύο εσωτερικές στοές, πλάτη με πλάτη, με ένα συμπαγή και μονολιθικό τοίχο 
λίγο ψηλότερο από τρία μέτρα να τις χωρίζει, σα μία άλλη εκδοχή -σε εντελώς διαφορετική ωστόσο κλίμακα- του Τείχους. Εξάλλου η γειτνίαση τους προκαλεί την αίσθηση ενός παράταιρου κολάζ. Δύο διαφορετικές απεικονίσεις, δύο καταστάσεις που προέρχονται από διαφορετικές αφετηρίες σύλληψης του κόσμου και που μόνο εν είδη αστείου θα μπορούσες να τις φανταστείς να συνυπάρχουν. Σαν κάποιος να τις απέσπασε βίαια από το φυσικό τους χώρο και να τις τοποθέτησε μαζί, αντισταθμίζοντας τις φυγόκεντρες τους τάσεις με μία φανταστική κολλητική ταινία.

     Στην πρώτη κυριαρχεί το Πράσινο. Όχι τυχαία. Το πράσινο της πιο φανταχτερής μορφής του Καπιταλισμού. Στην είσοδο αριστερά οι πολυεθνικές έχουν αθροίσει τις επωνυμίες τους. Princess goes to Hollywood. Mac: Make-up art cosmetics. H&M. B54-contactlinsen. Hilfiger-Denim. Και φυσικά οι περιφερειακές δραστηριότητες του shopping-world: Spirit Yoga. Cart-postal. Souvenir shop. GeldAutomat machine. Take-away-coffee. Happy Hour. Business Lunch. Και ξανά από την αρχή, σε συνεχή εγρήγορση non-stop. Coffee Break – Business Lunch – GeldAutomat. Ξανά.

    Στέκομαι στην περιστρεφόμενη κλίμακα που ξεκινά από τη στοά και ανεβάζει στους ορόφους. Μεταλλική με επιχρυσωμένο κάγκελο. Πράσινο + Χρυσός. Η σπείρα της ανόδου σου προκαλεί όταν τη βλέπεις από κάτω την αίσθηση του ιλίγγου. Κάποιος Ιάπωνας τραβάει βίντεο. Αυτός ταιριάζει με το χώρο απόλυτα. Θα μπορούσαν να τον βαλσαμώσουν εκεί ακριβώς να στέκεται στο άνοιγμα της σκάλας με το κεφάλι και την κάμερα στραμμένα προς τα πάνω, ζωντανό μνημείο του ανθρώπινου θαυμασμού για τα επιτεύγματα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας.

   Οπισθοχωρώ. Βαδίζω προς τα πίσω λίγα μέτρα για να μην αναγκαστώ να στρέψω πλάτη. Είμαι έξω, στην ουδέτερη πραγματικότητα της τυπικής Βερολινέζικης οδού. Κίνηση. Δευτέρα πρωί. Η υγρασία δημιουργεί μία ψευδαίσθηση ότι έχει βρέξει.

   Μπαίνω απευθείας στη δεύτερη στοά και είναι σα να έκανα ένα βήμα προς το παρελθόν. Σοβάδες γκρεμισμένοι στις όψεις των περιμετρικών
κτιρίων. Γκρίζα, μαύρη σχεδόν από τη βρωμιά, απόχρωση της πέτρας του δαπέδου. Κουτάκια από φθηνή μπύρα πεταμένα στη γωνία. Σκόνη, σκόνη που έμεινε από καιρό και απέκτησε όγκο, φύλλα και φέιγ βολάν σκορπισμένα κάτω, παράλληλα στον τοίχο. Γκράφιτι με ευφάνταστες απεικονίσεις. Μορφές από καρτούν. Ζώα της αποκάλυψης. Παντού σε κάθε σημείο, σε κάθε πιθανή γωνία πολύχρωμες μορφές, σημειακές εξαιρέσεις ενός γκρίζου που κυριαρχεί.
       Συλλέγω κάποιες λέξεις από τους τοίχους.
       Soon.
       He’s gone & I am still here
       Love
       Love
       Love
       Love
       Love
       Χίλιες φορές Love.

       Συνειδητοποιώ ότι δεν είναι παρελθόν. Είναι σαν να επιθυμούσε κάποιος να αναβιώσει ένα παρελθόν, και το χρησιμοποιήσει ως υπόβαθρο για να υποδεχτεί μία ζωή που συνεχίζεται. Μία νέα ζωή. Βρίσκομαι Ανατολικά του Τείχους και ας έχω στην παρομοίωση αυτή τον ενδιάμεσο μαντρότοιχο στα δεξιά μου, που από τους υπολογισμούς στο χάρτη αντιστοιχεί σε μια κατεύθυνση αντίθετου προσανατολισμού. Βαδίζω προς το βάθος.

      Οι χρήσεις που αναπτύσσονται οφείλουνε να είναι αυστηρά μίας avantgarde φιλοσοφίας. Kino-Café. Gallery, τα ονόματα στα
γραμματοκιβώτια μόλις που διακρίνονται πίσω από τη βρωμιά, ξεχασμένα αφισάκια από παλιά event, ορνιθοσκαλίσματα από ανεξίτηλο στην επιφάνεια μεταλλικών κουτιών. Νοσταλγικός φουτουρισμός. Το απόσταγμα από την εξάτμιση μίας υγρής μορφής πολιτισμού που μούλιασε για χρόνια σε αρκετούς βαθμούς από αλκοόλ.

      Στο βάθος η στοά στενεύει. Κάτι που φαντάζει σαν μια πύλη, και που από πάνω έχουν κυριολεκτικά κρεμάσει έναν πτερόσαυρο σε πραγματικές διαστάσεις, να γέρνει το μεταλλικό του ράμφος προς τα κάτω απειλητικά
εποπτεύοντας το πέρασμα. Διασχίζω την πύλη που είναι σαν μία δεύτερη,μικρότερη στοά και βρίσκομαι στο πιο βαθύ, στο πιο απόκρυφο σημείο. Ο χώρος εδώ πια αποκτάει τετραγωνικές αναλογίες, ανοίγεται σαν ένα αίθριο προφυλαγμένο μεθοδικά από την οπτική επαφή με τον έξω κόσμο.

     Από αριστερά προς τα δεξιά: Μια πόρτα ανοικτή που οδηγεί σε σκάλες. Απότομη άνοδος, ένα παχύ υπόστρωμα από σκόνη επικάθεται στα μάρμαρα. Κάποιος ανεβοκατεβάζει κιβώτια απροσδιόριστου περιεχομένου, ακούγεται το αγκομαχητό του για αρκετή ώρα αφού εξαφανιστεί στην πρώτη απότομη στροφή μετά το έκτο σκαλοπάτι.

     Δίπλα ακριβώς σε επαφή, το μπαρ. Με αποτελεσματικά συνειδητή και ερειπωμένη αισθητική, σαν στοιχειωμένος πύργος. Eschschloraque. Δε ξέρω τι σημαίνει το όνομά του, θα πρέπει να το δω στο λεξικό. Κάποια αναρριχόμενα φυτά απροσδιόριστου είδους κρέμονται πάνω από τα ανοιχτά παράθυρα. Στο αίθριο, ακριβώς μπροστά από την είσοδο, μία κοπέλα με μελαχρινό καρέ μαλλί καθαρίζει με ένα πανί τέσσερις πάγκους. Κάθε ένας έχει διαφορετικό χρώμα. Πράσινο-Κόκκινο-Κίτρινο-Μπλε. Δε με κοιτά.

     Γυρνάω λίγο ακόμη προς τα δεξιά και το αντικρίζω. Στη μέση ακριβώς του αιθρίου, δεσπόζει ένα φρικιό. Τέρας, βγαλμένο από τον πιο τρομακτικό εφιάλτη. Το ύψος ξεπερνά τα τρία μέτρα. Γουρλωμένα μάτια μύγας. Προβοσκίδα. Φτερά δράκου. Χοντρή ολοστρόγγυλη κοιλιά αρκούδας. Ένα τεράστιο στόμα σα σχισμή. Χυτοσίδηρος. Αδρή επιφάνεια σε
απόχρωση μελιτζανί. Το κοιτάζω καταμέτωπο. Το διερευνώ. Τα μάτια του αποπνέουν μία γλυκύτητα. Μία πίστη. Μία τυφλή υπακοή. Όπως αυτά ενός σκυλιού. Αποφασίζω ότι το συμπαθώ. Αποφασίζω ότι το συμπαθώ πολύ περισσότερο από τον κόσμο εκεί έξω. Σίγουρα περισσότερο από το Πράσινο και το Χρυσό και τις Πολυεθνικές.

     Κάθομαι σε έναν από τους πάγκους, ελπίζοντας ότι δε θα έρθει η κοπέλα για να καθαρίσει. Ακούω φωνές. Στρέφω το βλέμμα προς την πύλη. Ένα ζευγάρι με τις μηχανές στο χέρι. Φωτογραφίζουνε. Γελούν. Περιεργάζονται. Γελούν ξανά. Έπειτα ακολουθούνε και άλλοι. Ένας
ψιλόλιγνος με ατημέλητο μαλλί και φλογισμένα μάτια. Δύο κυρίες καλοντυμένες με τσάντες ασορτί. Ο Ιάπωνας, ο ίδιος αυτός Ιάπωνας με τη
βιντεοκάμερα στο χέρι. Όχι ίσως τελικά ίσως να μην είναι κολάζ. Ίσως να είναι ο ίδιος κόσμος. Ίσως να είναι ένας τρόπος που το Πράσινο θα
χρησιμοποιεί το Γκρίζο για να ανθίζει απορροφώντας με τις ρίζες κάθε γόνιμη ουσία και αποβάλλοντας τα υπολείμματα της βιολογικής του διεργασίας ξανά στη γη. Στο χώμα. Στο υπόστρωμα. Στη γόνιμη λιπαντική ουσία που το θρέφει. Είναι παντού - μην σε αφήσει να ξεγελαστείς. Ακόμη και εδώ στα Ανατολικά του Τείχους.

      Το Τέρας όμως; Ναι, το τέρας είναι γνήσιο. Ελεύθερο. Αυτόβουλο. Αυτό διέφυγε από την προσοχή τους. Και ίσως μια μέρα θα ανοίξει απότομα, χωρίς προειδοποίηση, τα φτερά του, τα μέλη του θα αναριγήσουν με ένα υπόκωφο μεταλλικό τρίξιμο, μεγεθυμένο από τη σκουριά που συσσωρεύει η απραξία μέσα στους αιώνες, και άρα πιο τρομακτικό από ποτέ, η προβοσκίδα του θα ορθωθεί ψηλά και απειλητικά, τα μάτια του θα αστράψουνε ενάντιά τους.

     Τα σκέφτομαι όλα αυτά. Και τότε το απίθανο συμβαίνει. Και μένω άναυδος κυριολεκτικά να τα παρατηρώ όλα αυτά να γίνονται μπροστά στα μάτια μου, εκείνη τη στιγμή που είμαι ακόμη καθισμένος στο σκονισμένο πάγκο. Το Τέρας, ναι το ορκίζομαι, αρχίζει να κουνιέται όπως περίπου το φαντάστηκα. Χτυπάει τα φτερά του πάνω-κάτω διαρκώς, γυρίζει το κεφάλι περιστροφικά, παράξενα σαν μεθυσμένο, τρίζει, αγκομαχά, δυναμώνει ένα μουγκρητό από τα σωθικά του, συνεχίζει- τι στο διάολο συμβαίνει- η κοπέλα με το πανί ούτε που το κοιτά, και έπειτα εκείνο με ένα τελευταίο βρυχηθμό σωπαίνει, ο απόηχος από το τρίξιμο των γραναζιών διαρκεί για ένα δευτερόλεπτο ακόμη και επανέρχεται η σιωπή.

      Κοιτάζω γύρω και εστιάζω στο ζευγάρι με τις μηχανές. Με κοιτούν και αυτοί. Γελάνε. Διαβάζουνε ανάγλυφα την απορία στο πρόσωπό μου. Και έπειτα μου φωνάζουν από μακριά.
«Μπορείς και εσύ να το κάνεις να ξυπνήσει! Δες εδώ… εδώ», μου δείχνει η κοπέλα μία σχισμή σε ένα μεταλλικό κουτί κοντά στη βάση του
γλυπτού. «Μπορείς... αλήθεια! Αρκεί να ρίξεις ένα ευρώ».


     Αποστολος Λαγαριας

0 σχόλια:

12 ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Το διηγημα,καποιες φορες,ειναι απο τις πιο παρεξηγημενες μορφες τεχνης.Μεσα σε ενα χωρο λιγο σελιδων η και ακομα πιο “στενο”,ο συγγραφεας πρεπει να υφανει μια συναρπαστικη ιστορια,να δημιουργησει χαρακτηρες ικανους να κερδισουν την συμπαθεια των αναγνωστων και να οδηγησει την ιστορια στην απολυτη κορυφωση,πραγμα καθολου ευκολο.
Ωστοσο υπαρχουν υπαρξαν και υπαρχουν συγγραφεις που κατεχουν τοσο καλα την τεχνη του διηγηματος, οι οποιοι καταφεραν να γραψουν διηγηματα που θεωρουνται λογοτεχνικα αριστουργηματα.
Οι συγγραφεις των διηγηματων που ακολουθουν απεδειξαν οτι και μια μικρη ιστορια μπορει να αφησει εκπληκτο τον αναγνωστη και να την θυμαται για πολυ καιρο.

  1. Signs and Symbols” by Vladimir Nabokov : Μια συντομη ιστορια που αφηγειται την θλιβερη ιστορια ενος ηλικιωμενου ζευγαριου και του ψυχικα αρρωστου παιδιου τους.Δημοσιευτηκε για πρωτη φορα στο The New Yorker.
  2. The Snows of Kilimanjaro” by Ernest Hemingway : Η ιστορια ενος συγγραφεα ο οποιος βρισκεται για σαφαρι στην Αφρικη.Οταν η ζωη του θα απειληθει θα κανει μια αναδρομη στην εως τωρα πορεια του.
  1. The fly” by Katherine Mansfield : μια μικρη ιστορια που μιλαει για μεγαλα θεματα οπως ο θανατος,η αληθεια και η φρικη του πολεμου.
  2. In the Penal Colony” by Franz Κafka Μια περιτεχνη μηχανη βασανιστηριων και εκτελεσεων χαραζει μια φραση στο δερμα ενος κρατουμενου λιγο πριν την εκτελεση του,βρισκεται στο επικεντρο αυτου του διηγηματος του Καφκα.
  3. The Body” by Stephen King : Διασκευαστηκε και εγινε η γνωστη σε ολους μας ταινια “Stand by Me”.
  4. The Legend of Sleepy Hollow” by Washington IrvingΟ γνωστος σε ολους μας μυθος του ακεφαλαρου καβαλαρη με αρκετες μεταφορες – διασκευες στην μεγαλη οθονη. Αξιζει να διαβαστει ως το πρωτυπο οσων ακολουθησαν.
  5. The Telltale Heart” by Edgar Allan Poe : Ελαχιστοι ειναι αυτοι που δεν γνωριζουν το εξαιρετικο αυτο διηγημα του Ποε.Μεσα σε λιγες σελιδες ο Ποε καταφερνει να χτισει μια ιστορια στην οποια ενας δολοφονος νιωθει τυψεις και αγωνια οταν αρχιζει να αισθανεται ενοχη για τις πραξεις του.
  6. The Nose” by Nikolai Gogol : Eνα σατυρικο διηγημα του Γκογκολ,στο οποιο αφηγειται την ιστορια ενος Ρωσου υπαλληλου του οποιου η μυτη αποφασιζει οτι εζησε αρκετα στο προσωπο του και το εγκαταλειπει για να αυτονομηθει.
  7. Τhe Diamond As Big as the Ritz” by F.Scott FitzgeraldΗ ιστορια μιας οικογενειας η οποια ειναι ικανη για ολα προκειμενου να κρατησει μυστικη την πηγη του πλουτισμου της.
  8. The South” by Jorge Luis Borges : Θεωρειται απο τον Μπορχες ως το καλυτερο διηγημα του.Η ιστορια επικεντρωνεται σε ενα ανδρα που αρχιζει να υποψιαζεται οτι δεν ταξιδευε μονο προς τον Νοτο αλλα και προς το παρελθον.
  9. To Build a Fire” by Jack London : Ενας ανθρωπος και ενας σκυλος εναντια στην φυση σε μια μαχη για επιβιωση.
  10. The Nightingale and The Rose” by Oscar Wilde : Διηγημα σε μορφη παραμυθιου με θεμα την αγαπη,την αυτοθυσια και τις σχεσεις.

0 σχόλια: