"Παρακαλούνται οι επιβάτες με αριθμό πτήσης 427 να προσέλθουν στην πύλη 9." Κοίταξε τους ανθρώπους που σηκώνονταν κι ακολουθούσαν τις οδηγίες που είχε δώσει η φωνή απ' τα μεγάφωνα. Άγγιξε το λαιμό της στο σημείο κάτω από το αριστερό αυτί, κατέβασε το χέρι και πήγε να σηκωθεί. Σταμάτησε. Η ουρά θα ήταν μεγάλη, δεν υπήρχε λόγος να βιάζεται.
Το
φανάρι άναψε πράσινο και το αμάξι
ξεκίνησε. Ο Αντρέας άνοιξε το ραδιόφωνο
κι έψαξε να βρει κάνα καλό σταθμό.-Αχ,
κλείσ' το σε παρακαλώ. Δεν έχω καθόλου
όρεξη.Της
έπιασε το χέρι και γέλασε.-Μες
στα μούτρα είσαι απ' το πρωί. Ούτε δυο
μέρες δε μπορείς να μας αποχωριστείς;-
Ρε Αντρέα τι θες να κάνω; Τώρα που
αρρώστησε το παιδί έπρεπε να φύγω;-
Θα τον προσέχω εγώ το μικρό. Να μην
ανησυχείς για τίποτα.-Και
τι θα φάτε; Αφού χτες δεν πρόλαβα να
μαγειρέψω. Απ’ έξω θα του δώσεις με 39
πυρετό;-
Θα πω στη μάνα μου να φέρει σούπα.Η
μάνα του. Ποιός ξέρει τι θα 'λεγε πάλι η
μέγαιρα. Άφησε άρρωστο παιδί και τρέχει
στα συνέδρια. Ξεφύσησε και έστρεψε την
προσοχή της στα δέντρα και τα σπίτια,
που την προσπερνούσαν.-Μην
κάνεις έτσι. Έτυχε μια φορά κι εσύ να
χρειαστεί να φύγεις. Δε χάθηκε ο κόσμος.
Θα σαι πίσω πριν να το καταλάβεις.Τον
κοίταξε και του χαμογέλασε. Πήρε το χέρι
του στις παλάμες της, το έφερε κοντά στα
χείλια της και το φίλησε.-Μακάρι
να ερχόσουν κι εσύ μαζί μου.
Δυο
πράγματα την υποδέχτηκαν μόλις άνοιξε
τα μάτια της, μια σουβλιά στο κεφάλι κι
ένας κόμπος στο στομάχι. Είχε πιεί πολύ
το προηγούμενο βράδυ, περισσότερο απ’
όσο άντεχε. Γύρισε προς το κομοδίνο και
έπιασε το κινητό της. Με τα μάτια
μισάνοιχτα απ’ τη νύστα κοίταξε την
ώρα. Η πτήση της έφευγε σε δυο ώρες κι
εκείνη δε μπορούσε να σύρει το κορμί
της.Σηκώθηκε
παραπατώντας και πήγε προς την τουαλέτα.
Η τσάντα της ήταν πεταμένη στο πάτωμα
και τα πράγματα χύνονταν απ’ έξω.
Ανάμεσα τους και το κουτί με τα ντεπόν.Γέμισε
ένα ποτήρι απ’ το νιπτήρα κι έριξε μέσα
το χάπι. Κοίταξε τον εαυτό της στον
καθρέφτη, είχε τα χάλια της. Μάζεψε τα
μαλλιά της για να πλύνει το πρόσωπό της
και τότε είδε το σημάδι, στο λαιμό, κάτω
απ’ τον αριστερό λοβό.Έκατσε
στην άκρη μπανιέρας κι έπιασε το μέτωπό
της. Από το χθεσινό βράδυ όλα ήταν θολά.
Οι σύνεδροι, η ταβέρνα, τα γέλια, οι
συζητήσεις. Εκείνη γέμιζε το ποτήρι της
συνέχεια και ο Πέτρος, δίπλα της όλο το
βράδυ. Θυμόταν πως τα πόδια τους
ακουμπούσαν κάτω από το τραπέζι, θυμόταν
το χέρι του πάνω στο γόνατό της.
Έτριψε
αφηρημένη τα δάχτυλα της, που ήταν
πασαλειμμένα με μέικ απ. Όσο και να
‘βαζε, η μελανιά φαινόταν. Είχαν περάσει
αρκετά λεπτά απ’ την τελευταία ανακοίνωση
. Η πύλη θα ‘ταν άδεια τώρα, το αεροπλάνο
έτοιμο ν’ απογειωθεί.Λίγα
λεπτά αργότερα η φωνή ξαναμίλησε. Εκείνη
σηκώθηκε, πήρε τα πράγματά της και
προχώρησε προς την έξοδο του αεροδρομίου.
Οι επιβάτες της επόμενης πτήσης άρχισαν
να μαζεύονται στην πύλη 9.
ΚΕΛΛΥ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

0 σχόλια: