Η ΘΕΙΑ ΜΥΓΔΑΛΩ



Στα μερη που μεγάλωσα, ο κάθε άνθρωπος είχε και τον δικό του
τύπο, τήν ιδιαιτερότητα του, το χούι του με δυο λόγια, που τον έκανε μοναδικό και ξεχωριστο ανάμεσα τους συχωριανούς του.
Ένας τέτοιος τύπος ήταν και η θειά Μυγδάλω.Την αποκαλώ "θειά", όχι για άλλο λόγο, αλλά, πυθομενος στο ηθος που απαιτούσε εμείς οι πιτσιρίκοι, να φανερώνουμε το σεβασμό μας προς τους μεγαλυτέρους προσφωνώντας τους μπάρμπα η θειά, εκτός και αν μας συνέδεε κάποια άλλη φυσική συγγένεια αίματος.

Τι θυμάμαι την γριά εκείνη να γυρίζει το χωριό με τα πόδια και να λέει τον καφέ στης άλλες γυναίκες. Είχε περάσει τα 70 αλλά φαινόταν πάνω από 80.Τότε βλέπεις οι άνθρωποι ρυτιδιάζαν γρήγορα αλλά βαστούσαν ακόμα τα κότσια τους. Το ανάστημα της ήταν κανονικό αλλά το κορμί της πολύ αδύνατο, σχεδόν
σκελετωμένο.Επασχε από ζάχαρο και γι' αυτό πάντα είχε στην τσέπη της πλεκτής ζακέτας της καραμέλες, για της υπογλυκαιμίες που την έπιαναν τακτικά.
<<Τι να κάμω Θοδωρέσια μου, μου
πεφτει το ζάχαρο και μόρχετε ζάλη,γι αυτό τρώω από καμιά, για να μη σωριαστώ σάδη>>,
έλεγε στη μάνα μου
απολογητικά.Εμένα πάντως, όποτε με έβλεπε, έκανε μια κίνηση στην τσέπη και αφού έβγαζε από μέσα τη χούφτα της γεμάτη καραμέλες μου έδινε, λέγοντας μου.
<< Α!γιόκα μου, πάρε καραμέλες από την θειάκο, να χεις την ευχή μου>>.

Ήταν πολλά
χρόνια χηρα,όπως και οι περισσότερες γριές του χωριού,γ' αυτό φορούσε πάντα μάυρα. Έμενε σ ένα μικρό, χαμηλό, πέτρινο σπιτάκι, που εμφανιζόταν μπροστά σου ξαφνικά,μόλης έστριβες από την πεζούλα του γείτονα. Είχε μια μικρή αγροτική σύνταξη, αλλά τής στέλναν και τα παιδιά της από την "Αουστράλια" όπως έλεγε η ίδια την Αυστραλία, με την ιδιότυπη διάλεκτο της.

Κάθε κυριακή μετά την λειτουργία ερχόταν στο σπίτι μας για καφέ και κουτσομπολιό. Εμείς μέναμε δίπλα στον Αι-Δημήτη και έτσι οι επισκέψεις ήταν πολλές. Εκεί λοιπό
ν οι-κυρές- του χωριού, επωφελούμενες της απουσία τον ανδρών στο καφενείο, καθώς και της φιλοξενίας της μάνας μου,επιδίδονταν σε αστεία, πειράγματα, αλλά και παινεματα.Τα κουτσομπολιά δίναν και πέρνα, και φυσικά η θειά Μυγδάλω με το φλιτζανάκι του ελληνικού ανά χείρας, ως σύγχρονη Πυθία, αποκάλυπτε στην κάθε μια της σκοτεινές βουλές του πεπρωμένου της.
<<Καλά μω
Φούλα την αρραβώνιασες τη θυγατέρα σου κι εμάς δε μας είπες λόγο;>> ρωτούσε όταν έβλεπε να Πέφτη στεφάνι.
Όταν μάντευε αρρώστιες έπαιρνε ύφος λυπημένο και σύστηνε στη μοιροχτυπημένη να προσεχή από ατύχημα.
<<Να προσέχεις
Φούλα..ακούς τι σου λέω εγώ... να προσέχεις>>.
Εκεί βέβαια που κυρίως έδινε σημασία ήταν το μάτι, το οποίο φυσικά ξόρκιζε με μεγάλη επιδεξιότητα και καπατσοσύνη.
<<Ματιασμένη σ έχουν
Φούλα, να προσέχεις τους οχτρούς σου>>.

Όταν κάποτε στο χωριό ήρθε πνευματικός από το κοντινό μοναστήρι για να εξομολογήσει της γυναίκες, με ρώτησε γεμάτη προβληματισμό.
<< Ω!
Φούλη, να του πω και για τον φλιτζάνι που λέω;>>
Εγώ την συμβούλεψα να το πει.
<<
Θα το πω, δεν θέλω να χω αμαρτία>> μου απάντησε αποφασισμένη.
Όταν βγήκε από το εξομολογητήριο ήταν αναστατωμένη. Με πήρε παράμερα και μου είπε εμπιστευτικά, γεμάτη αυτομεμψία.
<<Ουυυι φουλέτση μου, πα, πα, πα, δεν το ξαναλέω το φλιτσάνι,δέν ξαναβάνω αμαρτία.ουι ουι ουι...!!!>>
Την άλλη Κυριακή στο σπίτι μας η γνωστή συνάθροιση και η θειά Μυγδάλο πρώτη και καλύτερη, με το φλιτζανάκι στο χέρι.Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Είχε κιόλας ξεχάσει την υπόσχεση της. Μου δικαιολογήθηκε έτσι.
<<Ε! μο φουλέτση δεν κάνω κακό, το φλιτζάνι λέω, λεφτά δεν παίρνω...παίρνω;>>
Είχε και μια κόρη στην Αθήνα, παντρεμένη με δυο παιδιά.
<<Τα αγγόνια μου, τα ευχημένα μου>> έλεγε η ίδια παινεύοντας τα στης άλλες γυναίκες του χωριού.


Κάποτε, μετά από πολλά παρακάλια και κατά παραχώριση,πήγε η θειά Μυγδάλω στην πρωτεύουσα να τους δει και να κάνουν μαζί Χριστούγεννα. Τα εγγόνια για να την ευχαριστήσουν, την βάλαν σε ένα ταξί να της δείξουν τα αξιοθέατα της πόλης.
Για κάθε τι που έβλεπε σταυροκοπιόταν με θαυμασμό και έκπληξη.
- Αυτό γιαγιά είναι το τάδε.
-
Πω πω πω ψυχούλες, τι θάμα είναι τούτο!
- Εδώ γιαγιά είναι το δείνα.
-
Ουι καμάρια μου, τι θάμα είναι τούτο.
Έξω απ την ακαδημία ο μικρότερος εγγονός της είπε
<<Αυτά τα αγάλματα που βλέπεις εδώ γιαγιάκα είναι οι θεοί του Ολύμπου.>>
Οι θεια Μυγδάλο στο άκουσμα της λέξεις θεοί σταυροκοπήθηκε τρεις φορές με κατάνυξη και αφού έσκυψε το κεφάλι σαν να προσκυνάει την εικόνα του αι-Δημητρη,είπε δακρυσμένοι
<<Μεγάλη η χάρη τους παιδάκια μου. την ευχή τους να χούμε>>.
Αυτή ήταν η απλή και αθώα θεια Μυγδάλω.
Ας έχουμε κι εμείς την ευχή της...



       ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΙΖΟΣ

0 σχόλια: