Ξύπνησε. Έβαλε κατευθείαν
τον δίσκο. Τύμπανα, κλαρινέτο, πιάνο
τρομπέτα. Ένταση στο τέρμα. Κοίταξε έξω
από το παράθυρο. Επιτέλους, νύχτα. Έπλυνε
την κακιά του φάτσα. Ξυρίστηκε. Παντελόνι
μαύρο. Πουκάμισο, γιλέκο , σακάκι, γραβάτα,
καπέλο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Σωστός
κύριος. Φλασκί με ουίσκι στην μια
εσωτερική τσέπη. Όπλο στην άλλη εσωτερική
τσέπη. Και ένα μαχαίρι ειδικά προσαρτώμενο
στο πόδι. Λίγος χορός σουίνγκ πριν βγει
έξω… αρκετά … ώρα για δουλεία. Η νύχτα
είναι δική του και αυτός ψάχνει κάτι
ωραίο να φάει.
Κατέβηκε τα σκαλιά με
γρήγορα βήματα και βρέθηκε στον δρόμο.
Μπορεί να μην έπαιζε πια σουίνγκ αλλά
το έπαιζε εκείνος μέσα στο μυαλό του.
Μπήκε στο αυτοκίνητο. Πρώτη στάση για
σήμερα στον νταβατζη. Όπως οδηγούσε
έβγαλε το ουίσκι. Κάταπιε. Τώρα είχε και
μουσική μέσα στο αυτοκίνητο. Οδηγούσε
μέσα στην νύχτα κρατώντας το κεφάλι του
χαμηλά. Έφτασε έξω από το σπίτι του
νταβατζη. Πάρκαρε πολύ πιο κάτω. Η πόλη
σήμερα είχε ομίχλη. Κτύπησε την πόρτα.
Άνοιξε η πουτανα.
«Που είναι ο Λαρρυ;»
της είπε.
«Δεν είναι εδώ». Απάντησε.
«Κάνε πέρα μωρη σκροφα!»
Την έσπρωξε και μπήκε
μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά. Εκείνη φώναζε.
«Δεν είναι εδώ ο Λαρρυ!» έφτασε έξω από
το δωμάτιο. Πήγε να ανοίξει την πόρτα.
Κλειδωμένη. Έβγαλε το πιστολι. Με μια
κλωτσιά άνοιξε την πόρτα. Ο Λαρρυ καθόταν
στον κρεβάτι σαν φοβισμένος γάτος. Τον
σημάδεψε.
«Που είναι τα λεφτά μου
ρε αρχιδι;»
«Ρευ! Ήρεμα. Εδώ τα έχω.»
Με το χέρι που δεν
κρατούσε το πιστολι του έκανε νόημα να
έρθει προς το μέρος του. Ο Λαρρυ πλησίασε
και του έδωσε τα χρήματα.
«Καλό αγόρι!» του είπε
κτυπώντας του φιλικά το μαγουλάκι.
Νταβατζηδες, θρασύδειλα
κατασκευάσματα. Κρύβονται πίσω από τα
φουστάνια, σκέφτηκε. Καθώς έμπαινε στην
μαύρη Κάντιλακ.
Επομένη στάση, αποβάθρες.
Μουσική στο φουλ στο αυτοκίνητο. Σουίνγκ.
Το αγαπημένο του. Αν είναι να σκοτωθείς
καλυτέρα να το κάνεις με στυλ!
«Στηβι!»
«Έλα, Ρευ!»
«Φέρε μου να δοκιμάσω
την καινούργια παρτίδα».
«Έγινε Ρευ. Ρε βλάκα
φέρε ένα μπουκάλι στον άνθρωπο μην σε
τσακίσω» . Είπε ο Στηβι σε έναν πιτσιρίκα.
«Στηβι μην μιλάς έτσι
στον μικρό αν δε θες μια μεγάλη τρύπα
στο στέρνο».
«Συγνώμη Ρευ».
Ο μικρός ήρθε με ένα
μπουκάλι ουίσκι. Το έδωσα στον Ρευ. Ο
Ρευ άνοιξε και ήπιε.
«Ρε μαλακα, αυτό είναι
βενζίνη. Είπαμε να το νοθεύουμε. Αλλά
αυτό θα τους στείλει στο νεκροταφείο».
«Τώρα τι να κάνω;»
«Τώρα μεγάλε βαλ’ το
στον κολο σου. Σπρωξ’ το στα χαμίνια
ανατολικά. Σάμπως καταλαβαίνουν την
διάφορα; Αυτοί πίνουν ουίσκι με σόδα!
Χα χα χα!»
«Έγινε Ρευ!»
Η μαύρη Κάντιλακ γκάζωσε.
Επομένη στάση . Το καμπαρέ. Πάμε … ξανά
σουίνγκ. Ο Ρευ μπήκε μέσα. Κοίταξε γύρω
του τους κατακαημένους που τους έτρεχαν
τα σάλια. Τον πλησίασε ένα γκαρσόνι.
«Ρευ τι παίζει; Θα πιεις
κάτι;»
«Ναι , πιασε ένα τζακ».
Το γκαρσόνι του έφερε
το τζακ.
«Το αφεντικό σου που
είναι;»
«Στο γραφείο».
Ο Ρευ μπήκε στα παρασκήνια.
Πέρασε από εκεί που άλλαζαν οι χορεύτριες.
Άκουσε κάτι ψίθυρους. « Αχ! Ο Ρευ!» έφτασε
στην πόρτα του αφεντικού. Το αφεντικό
καθόταν πίσω από το γραφείο.
« Τόνυ έχεις τα λεφτά;»
Κάτω από το γραφείο
σηκώθηκε μια από τις χορεύτριες. Βγήκε
έξω τρέχοντας.
«Να της φόρας κράνος».
Είπε ο Ρευ.
«Ορίστε;»
«Για να μην κτυπάει το
κεφάλι της στο γραφείο όταν σου παίρνει
πίπα».
«Ρευ δεν έχω όλο το
ποσό. Ίσως να μπορούσαμε να τα βρούμε
αλλιώς».
«Δηλαδή;»
«Να , πάρε όποια θες ,
για όσες νύχτες θες».
«Τόνυ το μόνο που δεν
με ενδιαφέρει είναι το σεξ αι οι έρωτες.
Τα λεφτά τα έχεις ναι η όχι;»
Μια σταγόνα ιδρώτα
άρχισε να κυλαει στο μέτωπο του Τόνυ.
«Δεν έχω όλο το ποσό.
Να σου δώσω τα μισά;»
Ο Ρευ πλησίασε το γραφείο
του Τόνυ. Αποτέλειωσε το τζακ.
«Ακου Τόνυ εγώ δεν είμαι
τράπεζα. Μέχρι αύριο το βράδυ. Αν δεν
έχεις όλο το ποσό ξέρεις ότι θα στο
κάνουμε μπουρδελο το μαγαζί».
«Εντάξει Ρευ. Αύριο θα
έχεις όλο το ποσό».
«Μπραβο! Καλό αγόρι!»
είπε ο Ρευ και του κτύπησε φιλικά το
μαγουλάκι.
Βγαίνοντας έξω από το
γραφείο τον περίμενε εκείνη.
«Τι έγινε; Χάθηκες».
Του είπε με ένα ψυχρό τόνο στην φωνή
της.
«Δουλείες».
«Θα σε δω απόψε;»
«Οχι απόψε κούκλα».
Είπε και έχωσε την γλωσσά του στο στόμα
της. Είπαμε… ο Ρευ πίστευε ότι , κάνε τα
πάντα, αλλά με στυλ. Διαφορετικά μην
κάνεις τίποτα.
Βγήκε από την πίσω πόρτα
του μαγαζιού. Δεν ήθελε να δει πάλι τα
ξερατά άντρες. Τρεις αλήτες έψαχναν στα
σκουπίδια. Ο Ρευ συνέχισε να περπατά
προς τον κεντρικό δρόμο.
«Φίλε, έχεις κάνα
φράγκο».
«Συγγνώμη μάγκες δεν
υπάρχει τίποτα».
Οι αλήτες τον πήραν από
πίσω. Ο Ρευ το κατάλαβε. Σταμάτησε.
Περίμενε. Οι δυο έτρεξαν . κατά πάνω του.
Τον έπιασαν από τα χεριά. Ο τρίτος άρχισε
να τον κτυπάει. Στο στομάχι ,στην κάκια
του φάτσα. Ο Ρευ γελουσε. «χα χα χα!» ο
αλήτης συνέχισε να κτυπάει. Αρκετά. Ο
Ρευ τράβηξε τα χεριά του και έβγαλε το
όπλο του. Με την λαβή του όπλου κοπάνησε
τον ένα στο κεφάλι και αυτός σωριάστηκε
μεμιάς στο πάτωμα. Οι άλλοι δυο κοιταχτήκαν.
«Έλατε μωράκια μου στον
θειο Ρευ!»
Όρμησαν και οι δυο
καταπάνω του. Μια αγκωνιά στην μύτη και
ένα κροσέ στο σαγόνι. Βλέπεις ο Ρευ στο
αναμορφωτήριο ήταν πυγμάχος. Μια τέχνη
που τον βοήθησε πιο πολύ από την τέχνη
του να χειρίζεται το όπλο. Ο Ρευ σήκωσε
το καπέλο του από τον δρόμο. Το φόρεσε.
Μπήκε στην Κάντιλακ. Τελευταία στάση
η πιο εύκολη και ψυχαγωγική. Το μπαρ του
Νικ. Είπαμε ότι κάνεις. Κάντο με στυλ.
Έβγαλε το φλασκί και κατέβασε την
ουισκαρα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Είχε αίματα στο πρόσωπο. Έπιασε μια
πετσέτα και σκουπίστηκε. Φίνα. Πάμε στο
Νικ.
Ο Ρευ μπήκε μέσα. Η
αγγλαρα καθόταν πίσω από το μπαρ. Ήταν
ένα ξανθουλης καλοσυνάτος άγγλος.
«hello mate!»
«Που είσαι Νικ;»
«Τι να σου φέρω;»
«Ένα πακέτο τσιγάρα
και ένα τζακ και τα χρήματα μου».
Ο Νικ ήταν καλό παιδί.
Έκανε ότι του είπε ο Ρευ. Ωραία! Η βραδιά
τέλειωνε όμορφα και γλυκά. «Δεν θα πάω
σήμερα στο αφεντικό,» σκέφτηκε ο Ρευ. «
και αύριο νύχτα είναι».
Ήπιε το πρώτο τζακ και
παρήγγειλε άλλο ένα. Διπλά του καθόταν
μια κοκκινομάλλα. Το στήθος της κόντευε
να εκραγεί μέσα στο στενό φόρεμα της.
«Ασε για τέτοια είμαστε τώρα; Ποιος
μπαίνει στον κόπο;» σκέφτηκε ο Ρευ και
χαμογέλασε.
«Από τα μέρη που έρχομαι
ένας gentleman πάντα κερναει
μια ωραία κυρία που κάθεται διπλά του».
Είπε εκείνη.
«Και ποιος σου ειπε ότι
είμαι gentleman;» απάντησε ο
Ρευ.
«Έτσι μου φάνηκες.
Μάλλον έπεσα έξω».
«Ρευ,» της είπε και της
έδωσε το χέρι του.
«Σαμπίν,» απάντησε
εκείνη και του έδωσε το χέρι της να το
φιλήσει.
«Με τίποτα είπε ο Ρευ.
Εγώ δεν φιλάω ούτε το χέρι του αφεντικού.»
Η Σαμπιν προσβλήθηκε
ανεπανόρθωτα και γύρισε από την άλλη.
Ο Ρευ έκανε νόημα στο
Νικ να κεράσει την όμορφη κυρία ένα
ποτό.
«Σαμπιν άκου, είναι
πράγματα που κάνω χωρίς όρια και πράγματα
που δεν κάνω ποτε».
Η Σαμπιν γύρισε και τον
κοίταξε.
«Α, ναι και ποια είναι
αυτά; Αυτά που δεν κάνεις».
«Δεν γονατίζω ποτέ. Δεν
προσεύχομαι σε κανέναν θεό και δεν φιλάω
ποτέ χεριά γυναικών. Προτιμώ να της
φιλαω άλλου».
«Όπα μεγάλε, κατουρά
και λίγο». Του είπε η Σαμπιν.
Ο Ρευ έσκασε στα γέλια.
« Δίκιο έχεις». Είπε. «Αν και νόμιζα ότι
παρακατουραω.»
Η Σαμπιν είχε έρθει
στην γη της επαγγελίας από την Γαλλία
και ήθελε να παίξει στο θέατρο. Μίλησαν
με τις ώρες. Ήπιαν πολύ.
«Έλα θα σε πάω στο σπίτι
σου». Της είπε ο Ρευ.
«Καλύτερα να πάμε στο
σπίτι σου».
«Δεν γίνεται εγώ έχω
ένα τελευταίο σταθμό να κάνω πριν πάω
σπίτι».
«Ε, και τι πειράζει να
έρθω και εγώ;»
Γαμω το … αυτή η μικρή
ήταν πιπεράτη και ατίθαση. Χαστούκιζε
το εγώ του Ρευ και το ελαχιστοποιούσε.
Είχε κάτι διαφορετικό. Έμοιαζε με άγρια
φοράδα που ήθελε και δεν ήθελε να
δαμαστεί. Ο Ρευ θα αναγκαζόταν να πάει
στην τελευταία στάση μαζί της.
«Που πάμε;» του είπε.
«Θα δεις. Εσύ θα μείνεις
στο αυτοκίνητο».
«Γιατί να μην έρθω και
εγώ;»
«Γιατί αυτή την δουλεία
την κάνω πάντα μονός μου».
Έφτασαν έξω από ένα
νεκροταφείο. Ο Ρευ πάρκαρε.
«Λοιπόν τα λέμε σε
λίγο,» της είπε και βγήκε έξω.
Ο Ρευ περπάτησε ανάμεσα
από τους τάφους. Το τέλος του νεκροταφείου
κοιτούσε την θάλασσα. Προς τα εκεί
πήγαινε. Δεν ήταν ότι σε αυτό το νεκροταφείο
είχε κάποιον δικό του… αλλά του άρεσε
κάθε ξημέρωμα να θυμίζει στον εαυτό του
την θνητότητα του και ποσό τυχερός που
είναι να αντικρίζει άλλη μια ανατολή.
Κάθισε εκεί στην άκρη να δει την ανατολή
με τους τάφους πίσω του.
Το αφεντικό μπήκε μέσα
στο γραφείο.
«Ντομπερμαν! Ακόμα να
έρθει ο Ρευ;»
«Δεν ήρθε αφεντικό».
Το αφεντικό κοίταξε
έξω από το παράθυρο.
«Αυτός ο Ρευ είναι
επικίνδυνος. Είναι εύφλεκτο υλικό».
«Ναι ρε αφεντικό, αλλά
κάνει την δουλεία τριών αντρών και
μάλιστα γρήγορα και αναίμακτα».
«Τέλος πάντων…
Ντομπερμπαν από αύριο να τον έχεις στο
νου σου. Θέλει προσοχή ο μπάσταρδος. Με
την παραμικρή λάθος κίνηση ξέρεις τι
να κάνεις».
«Μάλιστα αφεντικό. Αλλά
να ξέρεις ότι όλοι αγαπάμε τον Ρευ».
«Δεν μου λες ,θες εσύ
να κάνεις παρέα με τα ψάρια;»
«Όχι αφεντικό!» είπε
το Ντομπερμαν και λούφαξε στην θέση
του.
«Ρευ, νύσταξα!» του
φώναξε η Σαμπιν.
«Ρε γαμω το! Βρήκα τον
μπελά μου». σκέφτηκε ο Ρευ. Σηκώθηκε .
Κοίταξε μια φορά τον ήλιο και πήγε προς
το μέρος της. Την έπιασε από την μέση ,
την κόλλησε πάνω του και την φίλησε.
Μετά την έβαλε στο αυτοκίνητο και πήγαν
σπίτι. Και βεβαία έκαναν ερώτα και
κοιμήθηκαν αγκαλιά. Αυτή η μικρή έκανε
τον Ρευ να αισθάνεται αισθήματα προστασίας
προς εκείνη.
Όπου να ναι ο Ρευ θα
έμπλεκε πολύ άσχημα…
ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΖΙΜΑΣ
Follow Us
Aκολουθειστε τις Μικρες Ιστοριες στα social media