ΕΚΤΟΣ ΑΠΡΟΟΠΤΟΥ



«Εκτός απροόπτου» οπωσδήποτε «εκτός απροόπτου» είπες και με αποχαιρέτησες μ’ εκείνο το αφοπλιστικό σου χαμόγελο που έκανε να φαντάζουν αληθινά και τα πιο τραντακτά σου ψέματα.
Αν και το απρόοπτο το είχα ήδη μπροστά μου, εγώ περίμενα.

Ποιο απρόοπτο αγάπη μου είχε μια δύναμη τόση ώστε να στρώσει με αγκάθια το δρόμο της επιστροφής, να μακρύνει τις αποστάσεις να μπερδέψει τα λόγια, να εκμηδενίσει έρωτες, να βουβάνει τα τηλέφωνα;
Κι έτσι ένα μικρό απρόοπτο αποδεικνύεται να έχει φοβερές προοπτικές. Τι φταις εσύ αγάπη μου, το απρόοπτο φταίει κι μ’ αυτό είμαι εγώ φουρκισμένη. Ακούς εκεί μια αγάπη δοκιμασμένη, περασμένη από σαράντα κύματα να αφανιστεί από ένα απρόοπτο;
Φοβόμουν τις δεσμεύσεις, τα απρόοπτα ποτέ δεν τα φοβήθηκα.

Όμως σε αγάπησα. Ποιος μπορούσε να αντισταθεί στην ερωτική λαύρα που εξέπεμπες ολόκληρος, στην αυθεντικότητα των φιλιών σου και την επιτηδειότητα του κορμιού σου να εφάπτεται απόλυτα του δικού μου. Κι είχες δίκιο με ένα κούμπωμα γίναμε ένα και να, εγώ η ανεξάρτητη η απελευθερωμένη να μην μπορώ να ξεκουμπώσω με τίποτα. Τι θεϊκό έρωτα κρατούσε για μας η κυρά σύμπτωση στο δισάκι της! Υπέκυψα στης συμπτώσεως τα δώρα κι ας ήταν πολύ βαρύ το τίμημα για μένα.

Γίναμε ένα ισχυρό δίδυμο. Ιεραπόστολοι της αγάπης πυροδοτήσαμε με το άγιο φως της τις ρημαγμένες συνειδήσεις και κατεβάσαμε τον ουράνιο έρωτα επί της γης.

Και τώρα να ένα απρόοπτο τα έκανα όλα μαντάρα. Ας μην είμαι όμως αχάριστη, ένα απρόοπτο σε έφερε κοντά μου, ένα άλλο σε πήρε. Μια άλλη Αφροδίτη αρτιμελής πήρε τη θέση μου. Εγώ δυστυχώς η Αφροδίτη η πρώτη είχα χάσει το χέρι μου σε αυτοκινητικό δυστύχημα, όπως η Αφροδίτη της Μήλου το έχασε σε δυστύχημα ανθελληνικό.



     ΕΛΕΝΗ ΜΑΝΙΩΡΑΚΗ –ΖΩΙΔΑΚΗ

ΜΗΔΕΝ



«Ναι, όντως…υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που η αθλιότητα της ύπαρξής τους μοιάζει με την πόρνη που κοιμάται δίπλα τους!». Η φράση της μητέρας του, ερχόταν και ξαναερχόταν στη σκέψη του όπως ο δολοφόνος που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος. Ήταν εκείνη τη νύχτα όταν η μάνα του είχε βρει τον πατέρα του να κοιμάται με μια πόρνη στο κρεβάτι τους. Εκείνος, μικρό παιδί τότε, δεν είχε καταλάβει τα λόγια της μάνας του , ούτε το λόγο που οδήγησε τον πατέρα του να τους εγκαταλείψει. Αργότερα έμαθε τα γεγονότα, όταν πια ήταν στην κατάλληλη ηλικία να τα κατανοήσει .. παρόλα αυτά η φράση της, ερχόταν και ξαναρχόταν στο μυαλό του συνεχώς, σαν εμμονή. Όπως τώρα..

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Το χιόνι έπεφτε πυκνό. Κοίταξε πίσω από το κρύο τζάμι, η νύχτα τον καλούσε να την εξερευνήσει σαν ερωμένη έτοιμη να του παραδοθεί. Φόρεσε το παλτό του, πήρε το καπέλο του και βγήκε στο έρημο δρόμο.
Περπάτησε σκεφτικός στο σκοτεινό σοκάκι. Ησυχία απόλυτη παντού, λες και ήταν ο μόνος άνθρωπος σε όλο τον πλανήτη. Που και που μόνο ο ήχος από τις ρόδες κάποιας άμαξας που γλιστρούσαν στο χιόνι επιβεβαίωνε την ύπαρξη ζωής. Ήξερε που θα πάει, όπως κάθε φορά εξάλλου.. Στη συνοικία με τα χαμόσπιτα και τις ιερόδουλες. Θα έκανε για άλλη μία νύχτα το κέφι του δίνοντας ένα ευτελές ποσό σε ευτελείς γυναίκες, όπως τις αποκαλούσε..
Προχώρησε βιαστικός. Είχε περάσει η ώρα κι η μικρή Σιμόν θα ανησυχούσε. Τον τελευταίο καιρό η Σιμόν ήταν η μόνιμη επιλογή του μεταξύ όλων των υπολοίπων ιεροδούλων του «σπιτιού». Μπορεί η γριά που τις προωθούσε, βλέποντας την απουσία του, να την είχε αναγκάσει να πάρει πελάτες. Η σκέψη και μόνο τον έκανε να εξοργιστεί. Η Σιμόν ήταν μόνο δική του! Είχε κάνει συμφωνία με τη γριά να την έχει αποκλειστικά αυτός και μόνο αυτός, πληρώνοντάς της ένα αρκετά μεγάλο ποσό για την αποκλειστικότητα αυτή. «..Αν έχει γίνει κάτι τέτοιο..», σκέφτηκε με θυμό και άρχισε να περπατά πιο γρήγορα.

Χτύπησε αναστατωμένος τη πόρτα του σπιτιού με το κόκκινο φως, του άνοιξε η γριά. «..Που είναι η Σιμόν;» , τη ρώτησε σπρώχνοντάς τη για να περάσει μέσα. «.. που θες να είναι; με πελάτη είναι φυσικά!» , του απάντησε, «.. τι νόμιζες, θα την άφηνα εγώ να περιμένει εσένα και να χάνει μεροκάματα;;»
Την έσπρωξε τόσο δυνατά που εκείνη παραπάτησε και σωριάστηκε στο πάτωμα φωνάζοντας και καταριόντας τον. Όρμησε στις σκάλες και ανέβηκε στα δωμάτια, φωνάζοντας το όνομα της μικρής πόρνης. Εκείνη πετάχτηκε έξω τρομαγμένη. «..τι συμβαίνει; τι έπαθες;» , τον ρώτησε με αγωνία. Την τράβηξε από το χέρι και την πήγε στο δωμάτιό τους. «..Εδώ!», της είπε. «..εδώ θα μείνεις μέχρι να κανονίσω τη γριά! Δεν θα το κουνήσεις ρούπι , κατάλαβες;» και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες..
«…τι πας να κάνεις; Μείνε, σε παρακαλώ …», τον παρακάλεσε εκείνη με νάζι. Το μυαλό του θόλωσε με τη σκέψη του γυμνού της κορμιού. Τόσο καιρό τώρα κι ακόμη δεν την χόρτασε. Γύρισε και κάνοντας μια κίνηση την άρπαξε από τη μέση. «..θέλεις να μείνω; πες μου! », την ρώτησε με πάθος, « .. ναι, θέλω…πολύ..», απάντησε ξέπνοα εκείνη. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την οδήγησε στο κρεβάτι. Την ξάπλωσε απαλά στα σεντόνια.. «.. έλα..» , του ψιθύρισε με λαγνεία κοιτώντας τον στα μάτια..
Ο ήχος από την άμαξα που περνούσε στο στενό σοκάκι τον ξύπνησε απότομα. Γύρισε με αγωνία και την είδε να κοιμάται δίπλα του αποκαμωμένη. Το γυμνό κορμί της, πανέμορφα προκλητικό, γυάλιζε κάτω από το φως του φεγγαριού που τρύπωνε μέσα από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Την εξερεύνησε με αχόρταγο βλέμμα. Άπλωσε το χέρι και με απαλές κινήσεις άρχισε να χαϊδεύει το πορσελάνινο κορμί της , ξεκινώντας από τα δάχτυλα των ποδιών και φτάνοντας στο στήθος της. «.. είσαι δική μου..» , σκέφτηκε, «…είσαι δική μου, μικρή μου Σιμόν!»
« χα, χα!… πλήρωσες πολλά για να είναι δική σου…κι είναι μια άθλια πόρνη που ανήκει σε όποιον πληρώνει τα περισσότερα.. ίδιος κι εσύ όπως ο πατέρας σου!» , η φωνή αντήχησε πάλι στο μυαλό του και του σάλεψε τη λογική.

Η ανάσα του κόπηκε καθώς θυμήθηκε τη φράση της μάνας του.. «..η αθλιότητα της ύπαρξης…η αθλιότητα της ύπαρξης..» , η ίδια φράση επαναλαμβανόταν στο μυαλό του ξανά και ξανά..Έπεσε βογκώντας πάνω στη μικρή του πόρνη , ακουμπώντας το πρόσωπό του στο πρόσωπό της.. εκείνη μισάνοιξε τα μάτια και χαμογέλασε γλυκά..
«.. σ’αγαπώ!», του είπε νυσταγμένα. Με μιας το μυαλό του θόλωσε, θυμήθηκε τα λόγια που του έλεγε η μάνα του όταν ήταν στη εφηβεία. «. ..καμία πόρνη δεν αγαπάει κανέναν πελάτη. Να το θυμάσαι!».
«Δεν αγαπάς κανέναν! Είσαι μια ψεύτρα!», της φώναξε «..μια ψεύτρα όπως όλες του σιναφιού σου!» ούρλιαξε και τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό της. Άρχισε να την σφίγγει δυνατά , κάνοντάς την ταυτόχρονα δική του.. Η Σιμόν ξέπνοη προσπαθούσε να αντιδράσει κλοτσώντας σαν αγρίμι και γρατζουνώντας τον στη πλάτη. « ..όχι μικρή μου πόρνη, δεν θα σε αφήσω. Θα σε πάρω χωρίς ανάσα..», της είπε. «..θα σ’αρέσει , το ξέρω! Αφού είσαι μια πόρνη, μια άθλια γυναίκα, μια βρώμα. Είσαι ένα τίποτα, σου αξίζει να πεθάνεις!», της φώναξε στερώντας της και την τελευταία ελπίδα ζωής. Μέχρι που έπαψε να αντιστέκεται. Μέχρι που τα καταπράσινα μάτια της έμειναν ασάλευτα , χωρίς ζωή , να τον κοιτάνε παγωμένα. Η Σιμόν, η δική του Σιμόν, ήταν νεκρή..

Σκέπασε το παγωμένο της κορμί με το σεντόνι, της χάιδεψε τα μαλλιά. Φόρεσε το παλτό του και βγήκε από το δωμάτιο με προσοχή. Πέρασε από το χολ και βγήκε στον έρημο δρόμο. Είχε αρχίσει να χαράζει. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου έκαναν δειλά τη παρουσία τους ανάμεσα στα γκρίζα σύννεφα. To αχνό φως του χειμωνιάτικου ήλιου έστειλε τις αχτίδες του στο πάρκο. Γύρω ήσυχία μόνο κάτι σκυλιά ούρλιαζαν από μακριά. Στο δρόμο ένας πρωινός περαστικός περπατούσε σκυφτός, χωμένος κάτω από το καπέλο του που του έκρυβε το πρόσωπο. Το μοναδικό σημάδι ύπαρξης του ήταν το ζεστό χνώτο του που πάγωνε στο αντάμωμά του με τον παγωμένο αέρα . Πέρασε βιαστικός από το πάρκο.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Η μητέρα θα ήταν περήφανη γι’ αυτόν. Έκανε το καθήκον του, εκδικήθηκε τον πατέρα του, φέρθηκε σαν άντρας! . Όμως… η μικρή Σιμόν, η πόρνη που τόσο αγαπούσε, δεν υπήρχε πια! Τα πράσινα λάγνα μάτια της, ήρθαν στο μυαλό του κοιτώντας τον με παράπονο, ζητώντας του το λόγο.. «..γιατί; Εγώ σε αγαπούσα! Γιατί;..»

Ανήμπορος, περπάτησε με κόπο στο μικρό πάρκο και σωριάστηκε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε μπροστά του. Έτρεμε ολόκληρος, αλλά δεν ήταν από το κρύο. «..τι έκανα; τι έκανα; Σιμόν, μικρή μου αγάπη..τι σου έκανα;!!» ούρλιαξε σαν αγρίμι και το ουρλιαχτό του έσκισε τη νεκρική σιγή της πόλης.  


      Καλλιόπη Κουντουρόγιαννη


ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ



Είχα να σου γράψω καιρό.Βασικά έχω καιρό να γράψω.
Σε θυμήθηκα χθες ,ήμουν σε ένα ηλίθιο μπαρ ,από αυτά που σιχαίνεσαι.. Αυτά με την δυνατή μουσική σχεδόν βιασμένη ,με τύπους που χορεύουν σεληνιασμένα στα μπουζουκοτράγουδα…
Έπρεπε να πάω .Υποχρέωση βλέπεις ...Είναι μια λέξη που μισώ πιο πολύ και από την λέξη "πρέπει". Θα έπινα λοιπόν μια μαργαρίτα ,ίσως και ακόμη μία ..θα χαμογελούσα .Θα το έπαιζα όμορφη και πώς να σου το πω ..μια ευχάριστη παρουσία .

Στο μπαρ είχε ένα τεράστιο παράθυρο ,ο άνεμος χθες λυσσομανούσε. Απέναντι από το παράθυρο είχε ένα δέντρο , μια λάμπα του δρόμου το έλουζε μ’ ένα κατακίτρινο φως . Το φώτιζε με τέτοιο τρόπο λες και ο μόνος λόγος που λειτουργούσε ήταν αυτός. Να δίνει λάμψη στο δέντρο.

Ο αέρας έπαιζε μαζί του και εκείνο κουνιόταν σαν τρελό! Δεν το ένοιαζε που έχανε τα φύλλα του. Το ζήλεψα !Χριστέ μου πόσο το ζήλεψα…ζήλεψα αυτή την ανεμελιά ..αυτό τον τρελό χορό…
Τίποτα δεν ήταν κομψό πάνω του. Τίποτα .Οι κινήσεις του ήταν τόσο άγαρμπες και όμως ήταν τόσο όμορφο σαν παιδί που χορεύει…
-Γιατί δεν μιλάς ;Μου είπε με χαμόγελο πιο αστραφτερό και από λάμψη κεραυνού.
-Μάλλον γιατι δεν έχω κάτι να πω,απάντησα
-Έλα μην είσαι ξενέρωτη,με λένε Λουκά ,είσαι η κολλητή του Γιώργου έτσι;
Μιλούσε για κανα πεντάλεπτο …δεν τον άκουγα ,ουτε καν τον κοιτούσα..
-Που κοιτάς;μου είπε μάλλον εκνευρισμένα.
-Το δέντρο του λέω. Συγνώμη για το ύφος μου δικαιολογήθηκα.
 Είμαι λίγο κουρασμένη από την δουλειά.
-Α! Ετσι πες μου γιατί δεν στο κρύβω, φαίνεσαι λίγο περίεργη.
Του χαμογέλασα ,όχι αμήχανα αλλά με εκείνο το κρυφό χαμόγελο που ήταν σαν να έλεγε"στην έσκασα"
Ξαφνικά ήρθες στο μυαλό μου.Εκείνος θα απολάμβανε την συζήτηση για το δέντρο θα του γράψω.
Όχι για την ζωή στην Αθήνα .Ούτε για τα νέα μου χόμπι, ούτε καν για την δουλειά,αλλά για το δέντρο.
Σε φαντάζομαι να λες με την βραχνή και λίγο μπάσα φωνή σου…
-Σούμι …παύση σκέφτεσαι πράγματα που δεν σκέφτονται άλλοι άνθρωποι.
Πάντα έτσι ξεκινούσες,Σούμι... παύση .

Είναι κρίμα που δεν θα το διαβάσεις ποτε.


         "Sumi"

ΤΗΓΑΝΟΚΟΥΛΟΥΡΕΣ




Το μονοπάτι, παλιό αυτοσχέδιο καλντερίμι,  είναι κακοτράχαλο, γεμάτο πέτρες και ρίζες. Στη μια του πλευρά ένα τείχος από βάτα, αποφεύγω να πλησιάσω,  κατά καιρούς  κάνουν την εμφάνιση τους σαύρες και φίδια. Από την άλλη πλευρά περνά το ρέμα. Η παρατεταμένη ανομβρία το έχει ξεράνει και η χθεσινή βροχή δε κατάφερε να το ζωντανέψει, φαίνεται η κοίτη του.  Όσο κατεβαίνω προς τα κάτω η ατμόσφαιρα δροσίζει κάπως,  ένα ελαφρύ αεράκι ανακατεύει τα φύλλα των δέντρων. Όλα γύρω έχουν μια πρασινωπή απόχρωση..ακόμη και η ελαφριά ομίχλη,  κάνοντας το τοπίο απόκοσμο.  Στο ένα μου  χέρι κρατώ το βιβλίο, στο άλλο ένα μικρό χαλάκι. Το μονοπάτι ανοίγει απότομα μπροστά μου και βλέπω το σπίτι. Δίπατο, χαρακτηριστικό της περιοχής, με μια σκάλα στη μπροστινή του πλευρά  και γκρι πλάκες στη σκεπή. Η αυλή του είναι γεμάτη γλάστρες με καμέλιες και ορτανσίες.  Δεν είναι το σπίτι όμως αυτό που γυρεύω.  Ακολουθώ το μονοπάτι που οδηγεί στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Ο μικρός μου μυστικός πλανήτης. Μια περιοχή  καταπράσινη και φυτεμένη με κάμποσες μηλιές. Κάθομαι στη ρίζα ενός δέντρου και ανοίγω το βιβλίο. Όλα χάνονται.  Η υγρασία έχει αρχίσει να διαπερνά το χαλάκι. Σηκώνω το κεφάλι. Η κυρά Κατίνα με μια λεκανίτσα στο χέρι σκεπασμένη με λευκή πετσέτα πηγαίνει προς τον φούρνο.  Δεν έχει νόημα να την καλησπερίσω, είναι χρόνια που δεν ακούει καλά, έλεγαν πως είχε βαρύ χέρι ο κυρ Δημητρης και από το ξύλο είχε κουφαθεί.  Σηκώνομαι.  Με αργά βήματα πλησιάζω το φούρνο και αφήνω το χαλάκι μου στην είσοδο.  Την παρατηρώ έτσι όπως είναι σκυμμένη πάνω από το τηγάνι. Κοντούλα, λίγο στρουμπουλή και από το τσεμπέρι της ξεφεύγουν τούφες λευκές.
  -  Καλησπέρα θειά, φωνάζω δυνατά
Γυρίζει και με κοιτά, το γαλάζιο βλέμμα αθώο σαν μικρού παιδιού. Χαμογελάει και οι ρυτίδες του προσώπου της γίνονται πιο βαθιές
- Βρε καλώς το Χριστίνι μ, έλα να σι φλέψου τηγανόκλουρις, κάτσι
-   Ευχαριστώ θειά, της χαμογελάω και κάθομαι.
Ο πάγκος άβολος, ένα καρφί από την πολυκαιρία έχει φύγει από τη θέση του και με ενοχλεί. Κοιτάζω γύρω μου. Πέτρες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη σκεπασμένες με τσίγκο. Πάγκοι αριστερά και δεξιά από το φούρνο στρωμένοι με χράμια εκτελούν χρέη καθισμάτων. Ένας πάγκος φιλοξενεί το πετρογκάζ. Στον ένα τοιχο ράφια με πιάτα, διαφορετικά το ένα από το άλλο και γυάλες που περιέχουν βότανα και μυρωδικά. Παρατηρώ τα χέρια έτσι όπως δουλεύουν το ζυμάρι.  Μαγικά χέρια. Με γρηγοράδα πετά μέσα στο τηγάνι δύο πιτούλες,  ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος. Λίγα λεπτά αργότερα τις γυρίζει με ένα πιρούνι και αποκαλύπτεται η χρυσοκόκκινη πλευρά τους. Βάζει τις δύο πιτούλες σε ένα από τα πιατάκια και τις περιχύνει με πετιμέζι, χαμογελαστή μου δίνει το πιάτο.  Μια δαγκωνιά και γεμίζει το στόμα μου γλύκα. Γλύφω τα δάχτυλά μου που κολλούν από το πετιμέζι. Ένα κρύο ποτήρι με νερό  βρίσκεται δίπλα μου στον πάγκο, δεν πρόσεξα πότε μου το έφερε. Σηκώνομαι να φύγω. Βλέπει πως κρατώ στο χέρι μου το βιβλίο.
-   Α όλου με τέτοια σι βλέπω στου χερ, παραμύθια είνι?
-   Ναι θειά, όμορφα παραμύθια
-   Α , να ρθεις μια φουρα να μ διαβάσεις κανένα
-   Θα ρθω θειά,  της σκάω ένα φιλί στο μάγουλο και γυρνώ να φύγω …έχει γύρει ο ήλιος για τα καλά.



ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΚΑΛΤΣΗ

Σ ΕΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ



Κυριακή μεσημέρι στο αρχοντικό του Ηλία και της Αμαλίας Βενιέρη. Η τραπεζαρία άστραφτε από τα κρυστάλλινα ποτήρια, τα πορσελάνινα πιάτα και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα. Είναι σημαντική μέρα σήμερα μιας και ο Γιάγκος, ο πολυαγαπημένος γιος της οικογένειας, πήρε επιτέλους τον πολυπόθητο διορισμό του.
Με υπερηφάνεια διαβάζει ξανά και ξανά το τηλεγράφημα: «Διορίζεστε ως καθηγητής βυζαντινής μουσικής εις το Εκκλησιαστικόν Λύκειον Ξάνθης. Παρακαλώ όπως παρουσιασθείτε εντός μίας εβδομάδος δια να ορκισθείτε και να αναλάβετε επισήμως τα καθήκοντά σας».
«Καλή σταδιοδρομία, λεβέντη μου!» του ευχήθηκε η μητέρα του, σηκώνοντας το ποτήρι της.
Ταυτόχρονα, σκούντησε με τον αγκώνα της τον άντρα της.
«Σαλατούλα, Ηλία μου, σαλατούλα», είπε σιγανά. «Το είπε κι ο γιατρός…»
Ο καημένος ο Ηλίας περιορίστηκε να νεύσει καταφατικά.
Δεν έχει και τόσο άδικο η Αμαλία μου. Η ρημάδα η χοληστερίνη θέλει προσοχή, σκέφτηκε.
«Ευχαριστώ μητέρα!» είπε ο Γιάγκος.
Η Αλεξάνδρα, η αδελφή του, τακτοποίησε ένα τσουλούφι που της έπεφτε μονίμως στα μάτια.
Καλά κρασιά! Τι στην ευχή βρίσκει σ’ αυτό το ΠΑ ΒΟΥ ΓΑ ΔΕ ΚΕ ΖΩ ΝΗ* ο αδελφούλης μου; Όχι πως ήταν και για τίποτα καλύτερο, δηλαδή, σιγομουρμούρισε, καθώς έβαζε σ’ ένα πιάτο μια καλή μερίδα κοτόπουλο με πατάτες από την πιατέλα μπροστά της.
«΄Ελα, Γιώργο μου, να τιμήσεις τα νόστιμα μεζεδάκια της μαμάς», είπε στο σύντροφό της.
«Σ’ ευχαριστώ, γλυκιά μου», απάντησε εκείνος, βάζοντας μια καλή μπουκιά στο στόμα του.
Η Αλεξάνδρα είναι η καλλιτέχνιδα της οικογένειας.  Ιδιοκτήτρια μιας επιτυχημένης-είναι αλήθεια!- γκαλερί τέχνης, έχει στο βιογραφικό της (εκτός των άλλων) δυο γάμους και δυο διαζύγια. Ο τωρινός της σύντροφος, ο Γιώργος, δηλώνει ζωγράφος και περιμένει εναγωνίως την ημέρα που επιτέλους θα αναγνωριστεί το ταλέντο του και θα λάμψει το άστρο του στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Εν τω μεταξύ, είναι μονίμως άφραγκος, ζει μονίμως με δανεικά και λατρεύει το καλό φαγητό, αρκεί, φυσικά, να είναι τσάμπα.
 Μεγάλη του αδυναμία τα φαγητά της Αμαλίας, την οποία αποκαλεί μαμά, αν και δεν είναι καν αρραβωνιασμένος με την Αλεξάνδρα.
Η Αμαλία είναι γοητευμένη από την αβρότητα του εκλεκτού αυτού νέου και πιέζει τον Ηλία να χρησιμοποιήσει τις γνωριμίες του ώστε να βοηθήσουν το “παιδί” να αποκατασταθεί.
«Γιώργο, μίλησα με το δήμαρχο σήμερα…», είπε ο Ηλίας.
Ο Γιώργος σήκωσε το κεφάλι του και σκουπίστηκε με τη χαρτοπετσέτα.
«Θα αναλάβεις πόστο σ’ έναν οργανισμό του δήμου που θα ασχολείται με τα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά δρώμενα στην περιοχή μας. Είναι όλα κανονισμένα…»
«Ε…ναι…να το σκεφτώ….»
Ο Γιάγκος, που μέχρι εκείνη την ώρα ήταν σιωπηλός, αποφάσισε να επέμβει.
«Τι να σκεφτείς, δηλαδή;» είπε στο Γιώργο. «Κάποια στιγμή δεν πρέπει κι εσύ να βάλεις μια τάξη στη ζωή σου;»

*οι νότες της βυζαντινής μουσικής.

«Μην ξεχνάς…είμαι καλλιτέχνης…»
«Ο οποίος τα ροκανίζει κανονικά από την αδελφή μου το κορόιδο….»
«Άκου να σου πω…», θύμωσε η Αλεξάνδρα.
«Μαμά, θείε, σας παρακαλώ. Δεν είναι ώρα…»
Ο Αντρίκος, ο 15χρονος γιος της Αλεξάνδρας, ρίχνει ένα  βλέμμα παρακλητικό στη μητέρα και στο θείο του. Εδώ και ώρα έχει αρχίσει να νιώθει άβολα. Βασικά, σήμερα θα προτιμούσε να ήταν στη μεγάλη καφετέρια της πλατείας, μαζί με την παρέα του. Η Αλίκη, η δίδυμη αδελφή του, συμμερίζεται τις σκέψεις του. Από το να βλέπουν τη μάνα τους με το νέο της σύντροφο να διαπληκτίζονται με την υπόλοιπη οικογένεια………….
Μάνα! Ποια μάνα, δηλαδή. Αραιά και που τη  βλέπουν. Μετά το διαζύγιο, ανέλαβε την κηδεμονία τους ο πατέρας τους, μιας και η Αλεξάνδρα ήταν “αλλού”. Γενικώς, πάντα ήταν “αλλού”. Μα είναι μάνα τους και την αγαπούν.
Η Αμαλία έκανε ένα νεύμα στον άντρα της να φέρει άλλη μια μποτίλια κρασί.
«Όλα έτοιμα για το ταξίδι σου;» ρώτησε το γιο της.
«Ναι, μητέρα», απάντησε εκείνος.
« Έβαλες στη βαλίτσα  τα ζεστά σου πουλόβερ και τις ζεστές μάλλινες κάλτσες που σου έχω πλέξει; Κάνει κρύο πάνω στην Ξάνθη που θα πας…»
Να μην χαϊδολογήσει τον κανακάρη της; Κοτζάμ γάιδαρος και τον έχει σαν μωρό παιδί,σκέφτηκε  η Αλεξάνδρα.
«Είναι μεγάλο κι έξυπνο παιδί ο αδελφός μου, μητέρα, μην ανησυχείς», είπε.
«Πολύ νόστιμα πάντως τα μεζεδάκια σας, μαμά», πετάχτηκε ο Γιώργος.
«Μακάρι να μαγείρευε έτσι εξαίσια και η Αλεξάνδρα….», συνέχισε για να εισπράξει μια δυνατή τσιμπιά στο χέρι από τη σύντροφό του.
«Σκάσε επιτέλους!» του ψιθύρισε.
«Μαμά, εγώ το απόγευμα λέω να…», ξεκίνησε να λέει ο Αντρίκος.
«Είσαι ελεύθερος από μένα», η Αλεξάνδρα δεν τον άφησε να ολοκληρώσει.
Ο Ηλίας μπήκε στην τραπεζαρία κρατώντας στο χέρι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.
«Φέρτε τα ποτήρια σας να τα γεμίσω!» είπε χαμογελώντας.
΄Εβαλε κρασί σε όλους, αφήνοντας το δικό του ποτήρι τελευταίο.
«Κι άλλο κρασί θα πιείς;» τσίριξε η Αμαλία. «΄Ένα ποτηράκι κι αυτό κάπου κάπου, είπε ο γιατρός, μην το ξεχνάς!»
«Αμαλία μου μια ζωή την έχουμε! Σήμερα θέλω να πιω και να χαρώ. Επιτέλους ο γιος μου πραγματοποίησε το όνειρό του»
Ναι πως! Λιβάνια, κεριά, και ΒΟΥ ΠΑ ΠΑ ΒΟΥ ΠΑ ΠΑ… Αχ, Θεούλη μου, μια ζωή μας φλόμωσε στις νότες τις βυζαντινές, να φύγει να ησυχάσουμε, μουρμούρισε η Αλεξάνδρα.
«Οι αρχές με τις οποίες τον μεγάλωσα έπιασαν τόπο!.» είπε  η Αμαλία.
Ο Ηλίας κοίταξε λοξά τη γυναίκα του.
«Εβίβα, λοιπόν!» επενέβη ο Γιώργος.
Και ύστερα συμπλήρωσε.

«Σίγουρα και τα γλυκά που έχετε φτιάξει θα είναι θεσπέσια, μαμά. Ανυπομονώ να τα δοκιμάσω…να τα δοκιμάσουμε όλοι, δηλαδή».



     ΣΜΑΡΑΓΔΗ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΓΝΩΡΙΣΑ ΕΝΑΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟ ΠΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΟΥΣΕ



Θα σας διηγηθώ την ιστορία του Μάρκου Αντώνιου. Έτσι μου συστήθηκε, δε γνωρίζω αν όντως είναι το πραγματικό του όνομα. Μου είπε πως κατάγεται από ένα μακρινό πλανήτη και πως ήρθε στη γη σε αποστολή. Δε γνωρίζω αν όντως αληθεύει. Αυτό που γνωρίζω είναι πως ο Μάρκος Αντώνιος με κάνει και χαμογελώ κάθε φορά που τον θυμάμαι.

Δούλευα πάνω σε ένα project και το χρονοδιάγραμμα παράδοσής του πλησίαζε στη λήξη και είχα αγχωθεί σε όρια πανικού. Εκείνο το απόγευμα ο γιος μου είχε δίωρη εξέταση αγγλικών κι έτσι πήρα μαζί μου τον φορητό υπολογιστή μου για να καθίσω στην καφετέρια του πάρκου, κοντά στο φροντιστήριο, για να δουλέψω.

Τα έκανα όλα οργανωμένα με μαθηματική ακρίβεια, για να μη χάνω χρόνο. Είχα 1 ώρα και 40 λεπτά στη διάθεσή μου για να συγκεντρωθώ, να γράψω και να προχωρήσω τη δουλειά μου. Βαθιά ανάσα και το ρομποτάκι μέσα μου ξεκίνησε να εργάζεται μεθοδικά απομονώνοντας ήχους και παρουσίες γύρω μου. Με σκυμμένο το κεφάλι πάνω από τον υπολογιστή, πληκτρολογούσα γρήγορα σαν να μου είχαν βάλει το πιστόλι στον κρόταφο και δεν έπαιρνα ανάσα. Διάλειμμα, για 1 λεπτό, να ανασάνω, να ρουφήξω μια γουλιά καφέ και χωρίς να χάσω τη ροή των σκέψεών μου να συνεχίσω να πληκτρολογώ.

Η άκρη του ματιού μου έπιασε μία φιγούρα να περνάει από δίπλα μου, δεν σήκωσα κεφάλι, ήμουν σε κομβικό σημείο γραφής. Έριξα μια γρήγορη ματιά στις σημειώσεις μου και συνέχισα να πληκτρολογώ. Νιώθω κάποιον να με κοιτάει έντονα, δεν σηκώνω κεφάλι, κόσμος περιστρέφεται γύρω μου, σε πάρκο είμαι. «Τι στο καλό, μα ποιός με κοιτάει συνέχεια»; Σηκώνω το κεφάλι και απέναντί μου βλέπω έναν άντρα να κάθεται απροκάλυπτα και να με καρφώνει με ένα χαμόγελο σχεδόν εξοργιστικό.
Σοκ. Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο που με αποσυντόνισε. Σκύβω κεφάλι, πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου, ανάβω τσιγάρο και συνεχίζω να πληκτρολογώ. «Δεν είναι δυνατόν, πλησιάζει», ακούω την καρέκλα δίπλα μου να τρίζει, τη βλέπω που μετακινείτε και αυτός, κάθεται δίπλα μου!

«Τι κάνεις;» διαμαρτυρήθηκα. «Καλά, εσύ;» μου απαντά χαμογελαστός και βάζει το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Ξεφυσώ, συνεχίζω να πληκτρολογώ. «Να πάρω ένα τσιγάρο;» με ρωτάει, ενώ ήδη καπνίζει. «Τι να σου πω τώρα; Όπως βλέπεις εργάζομαι, θα σε παρακαλούσα πολύ να πας πίσω στη θέση σου», προσπάθησα να είμαι ευγενική, κάτι σε εκείνο το βλέμμα με τρόμαζε. «Κι εσύ σε αποστολή, είσαι»; Αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως δεν θα ξεμπερδέψω εύκολα μαζί του. «Ναι» του απαντώ. «Και όπως βλέπεις, πρέπει να τελειώσω την αποστολή μου». Χαμογελά και παραγγέλλει φραπέ στο γκαρσόνι. Αυτό ήταν. Κάνω να ανοίξω το στόμα μου να διαμαρτυρηθώ και μου συστήνεται: «Μάρκος Αντώνιος, είμαι εξωγήινος, από έναν μακρινό πλανήτη»!
Μου ήρθε να γελάσω. «Από ποιόν πλανήτη» ρωτάω; «Δίπλα από τον δικό σου» παίρνει κι άλλο τσιγάρο και χαμογελά. «Και ποια είναι η δική σου αποστολή;», άρχισα να το διασκεδάζω. «Να ενημερώσω τους ανθρώπους πως υπάρχουν εξωγήινοι – κοιτάει γύρω του - και πως όλα τα βλέπουν και όλα τα ξέρουν».

 Το project έμεινε εκεί που το άφησα για να ακούω ιστορίες για πλανήτες και εκλογές στο σύμπαν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγω, τον αποχαιρέτισα, του κέρασα το φραπέ, του άφησα και το πακέτο με τα τσιγάρα. «Είσαι εκλεκτή», μου λέει, «γι’ αυτό σε έστειλαν οι εξωγήινοι στη γη». Κοντοστάθηκα. «Α! Τι αποκάλυψη! Είμαι κι εγώ εξωγήινος!!!», «Γιατί, κάνεις πώς δεν το ξέρεις; Αφού είσαι σε αποστολή, κυνηγάς τον χρόνο, ενώ ξέρεις πως τρέχει πιο γρήγορα από εσένα».
Στον κόκκινο πλανήτη που ζει ο Μάρκος Αντώνιος οι εξωγήινοι είναι συμφιλιωμένοι με τον χρόνο και τον απολαμβάνουν.



           Ειρήνη Αγγελίνα - Τσιροπούλου

ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ



Ήταν Σάββατο. Ημέρα που έχει λαϊκή αγορά στην γειτονία μου. Μάζεψα λοιπόν όσο ψιλά είχα και έκανα έναν μικρό υπολογισμό να δω τι χρειάζομαι. Τα βασικά και γάλα για τα παιδία φυσικά. Έβαλα το ένα μου τζιν και μια ξεθωριασμένη μπλούζα και βγήκα.

Δεν ήταν μακριά από το σπίτι μας δυο τετράγωνα δρόμος. Καρότσι δεν είχα μου το είχαν κλέψει πριν δυο χρόνια εδώ στην λαϊκή ευτυχώς που ήταν άδειο. Όταν έφτασα είχα παρά πολύ κόσμο. Εγώ πάω πάντα αργά το μεσημέρι όπου πέφτουν και οι τιμές για να ψωνίσω πιο οικονομικά.

Άνθρωποι πήγαιναν από εδώ και από εκεί. Φωνές ακούγονταν από όλους τους πάγκους. Λεμονιά κίτρινα φτηνά, τζάμπα. Χόρτα σχεδόν δώρο και λίγο πιο πέρα μια μυρωδιά ψαρίλας κυριολεκτικά τσάμπα. Χαιρετίσματα από παλιούς γνωστούς που βρίσκονται μόνο στην λαϊκή πλέον ή σε καμία εκκλησία. << Τι κάνετε πως είστε; Τα παιδία καλά; Η οικογένεια; Μπράβο πάντα καλά;>>.

Έψαχνα από εδώ και από εκεί να βρω να πάρω λίγο ρύζι που ήθελα το έχουν ακόμα ακριβό πανάθεμα το. Για πατάτες πήγαινα πάντα σε μια γνωστή μου κύρια που μου τις έδινε αρκετά φθηνά και μου έκανε δώρο και λίγα λεμονιά και λίγα χόρτα. Ήξερε την τραγική οικονομική μας κατάσταση. Τέλος αγόραζα και μερικά όσπρια από τον κύριο Σπύρο που γνωριζόμασταν χρόνια ερχόταν στην λαϊκή μας πάνω από είκοσι χρόνια.

Αυτά ήταν τα εβδομαδιαία μου ψώνια στην λαϊκή. Άνοιξα το πορτοφόλι μου να δω τι είχε μείνει μέσα. Είχα κάτι ψιλά σχεδόν για ένα λίτρο γάλα βλέπετε ότι ώρα και να πας στο σούπερ μάρκετ οι τιμές δε πέφτουν. Αγόρασα και το γάλα και μετά πέρασα και λίγο από τον φούρνο που ήταν στην γωνία του δρόμου για το σπίτι μου. Έπαιρνα πάντα λίγο αλεύρι ώστε να ζυμώνω ψωμί. Δεν αγόραζα από τον φούρνο γιατί δεν μπορούσα να το κάνω βλέπετε είμαστε και πολύ δεν γίνετε. Έχω πέντε στόματα να χορτάσω.


Αυτά ήταν τα ψώνια μου. Εντάξει τα καταφέραμε και σήμερα κάτι αγοράσαμε θα την βγάλουμε μια χαρά την εβδομάδα. Όταν θα έρθει η επόμενη λαϊκή θα πρέπει πάλι να δω εάν μου φτάνουν για να ψωνίσω, κάθε βδομάδα η ίδια αγωνιά. Αλλά έτσι είναι πρέπει να εξασφαλίσουμε την επιβίωση μας. 


      ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΓΙΑΝΝΗΣ

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ



Ο Γιακουμής καθόταν αραχτός στον κήπο του πριονίζοντας ένα ξύλο, πασχίζοντας να του δώσει ένα σχήμα-ένας θεός ξέρει ποιο. Ο Γιακουμής δεν ήταν καλλιτέχνης. Ήταν ένας απλώς κερκυραίος χωρικός. Γενικά, του άρεσε να περνά τις μέρες του δίχως να κάνει τίποτα. Όμως, αναγκαστικά, τις καθημερινές βοηθούσε στο μικρό μαγαζί με τις φωτοτυπίες και τα είδη γραφείου, που είχε ανοίξει η μάνα του κοντά στο λιμάνι, παριστάνοντας τον υπάλληλο. Τον περισσότερο καιρό βαριόταν. Τελευταία, η σκέψη του είχε “μαγκώσει”, τριγύριζε επίμονα στην Κλάρα.

Η Κλάρα ήταν χορεύτρια και εδώ κι ένα μήνα είχε εγκατασταθεί στο νησί για τις καλοκαιρινές της διακοπές. Ο Γιακουμής δε γνώριζε αν πραγματικά την έλεγαν έτσι, ή αν επρόκειτο για ένα είδος καλλιτεχνικού ψευδωνύμου. Πάντως έμοιαζε απλός άνθρωπος, είχε ύφος μάλλον ταπεινό παρά μπλαζέ, και δε δίσταζε να πιάνει την κουβέντα με τους ντόπιους, κρατώντας ταυτόγχρονα κάποιες αποστάσεις. Πως το κατάφερνε αυτό, ο Γιακουμής δεν το καταλάβαινε. Μάλλον η απόσταση κρατιόταν από μόνη της.

Πάντως την έιχε “πάρει πρέφα” αμέσως μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί. Ο Γιακουμής είχε αφήσει πάνω στο τραπεζάκι ενός καφενείου το πακέτο με τις κόλλες χαρτί που μετέφερε, και παρατηρούσε τους τουρίστες που αποβιβάζονταν του άρτι αφιχθέντος πλοίου. “Για να δούμε, τι μας ήρθε και φέτος” σκέφτηκε, σκουπίζοντας μ' ένα μαντήλι τον ιδρώτα του. Και τότε την είδε. Και έμεινε. Η Κλάρα ήταν πολύ όμορφη. Το έντονα μελαχρινό της πρόσωπο και το στητό κορμί της εξέφραζαν μια άγρια ομορφιά, που την έκαναν να μοιάζει κάπως με τσιγγάνα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Είχε ένα ύφος παράξενο' κάπως πληγωμένο, κάπως συμπονετικό, κάπως βαθυστόχαστο. Όμως όχι, όπως θα περίμενε κανείς, σνομπ. Με τίποτα. Αφού την κοίταξε ενδελεχώς τόσο ώστε να αποτυπώσει τη μορφή της στο μυαλό του για τα καλά, ο Γιακουμής ξανασήκωσε το πακέτο και συνέχισε το δρόμο του.

Από τότε του έγινε έμμονη ιδέα. Ένα βράδυ την “οραματίστηκε”. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι ο Γιακουμής είχε το “χάρισμα”. Κατά κάποιον τρόπο αυτοϋπνωτιζόταν, έπεφτε σε αφασία. Και “έβλεπε”. Διάφορα. Το παρόν (τις παρασκηνιακές κι απόκρυφες πτυχές του), το μέλλον (μόνο το δικό του δεν μπορούσε να δει), τις ψυχές των ανθρώπων. Έβλεπε. Οι πιο “ορθολογιστές” συγχωριανοί του το απέδιδαν αυτό στα τρία μπουκάλια κρασί που κατέβαζε κάθε βράδυ. Άλλοι πάλι τον εμπιστεύονταν, κι όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, τον συμβουλεύονταν. Το παράξενο ήταν ότι τον πίστευε και ο θείος του, ο Ζωρζ -Τζώρτζης όσο ζούσε στο νησί, έγινε Ζωρζ στο Παρίσι. Και ήταν παράξενο γιατί ο Ζωρζ ήταν μορφωμένος άνθρωπος και ο μόνος από την οικογένεια που είχε καταφέρει ν' ανοίξει τα φτερά του, να φύγει από τούτο το νησί και να γίνει διδάκτορας της νομικής στο Παρίσι. “Ρε βλάκα”, έγραφε στον ανιψιό του συχνά, “έλα να με βρεις, ξεκόλλα πια απ' αυτό το μέρος. Έλα στο Παρίσι, να σπουδάσεις ψυχολόγος. Αφού εσύ ξέρεις, βλέπεις βαθιά, διαβάζεις σαν ανοικτό βιβλίο τις ψυχές των ανθρώπων! Που είσαι τριάντα χρονών και ζεις ακόμη με τη μάνα σου! Έλα να ξυπνήσεις! Θ' αλλάξεις πια κι αυτό το απαίσιο όνομα: Από Γιακουμής θα το κάνεις Ζακόμπ!” “Εντάξει, την έχει ψωνίσει για τα καλά ο μπάρμπας εκεί στο Παρίσι”, σκεφτόταν σκασμένος στα γέλια ο “Ζακόμπ”.

Την “είδε”, λοιπόν. Την είδε να πετάει ψηλά, μεσ' απ' τα σύννεφα πιασμένη απ' το χέρι μ' έναν άντρα. Έπειτα, απότομα να γκρεμίζεται σ' ένα βάραθρο. Είδε τον άλλον άντρα, εκείνον που τη σήκωσε απ' τον γκρεμό και που, στη συνέχεια, της έμαθε τα βήματα. “Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις πρέπει πρώτα να μάθεις να χορεύεις”, της είχε πει παρασύροντάς την σ' ένα παράξενο, αργόσυρτο είδος ταγκό. Μετά την είδε να κολυμπάει προς ένα μικρό νησί, να φτάνει εκεί και να στέκεται στο πλευρό ενός άντρα, που έδειχνε να έχει κύρος κι ένα πολύ αυστηρό ύφος. “Μπράβο”, σκέφτηκε, “ένας τέτοιος της χρειάζεται, που να μην τον κάνει με τα κρεμμυδάκια!" Ωστόσο δεν μπορούσε να δει με ποιον από τους τρεις τελικά θα κατεληγε. Ίσως γιατί αυτό δεν το 'ξερε ακόμη κι η ίδια.

Ένα μεσημεράκι πέρασε με βήμα ανάλαφρο και ύφος σκεπτικό την πόρτα του κουρείου. “Αυτή είναι γυναίκα”, του ξέφυγε κι είπε με θαυμασμό στον κουρέα που τον ξύριζε. “Ναι, αμέ”, του αποκρίθηκε γελώντας εκείνος, “ Ό,τι πρέπει για μας στο χωριό! Να σου ανοίξει σπιτικό! Πυρ, θάλασσα και γυναίκες σαν την Κλάρα”, κατέληξε αναστενάζοντας.
Μία μέρα, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Βέβαια, την είδε από κοντά, όταν μπήκε στο μαγαζί τους για να αγοράσει βιαστικά ένα τετράδιο. Στην πραγματικότητα όμως άλλος ήταν ο λόγος που η Κλάρα μπήκε σα σίφουνας στο μαγαζί τους. Ήθελε κάποια πληροφορία και φιλοτιμήθηκε να αγοράσει και κάτι. Τα 'χε κάτι τέτοια η Κλάρα. Μάλιστα πήρε, μαζί με το τετράδιο, κι ένα σετ μαρκαδόρους. Μετά, τους ρώτησε βαριανασαίνοντας που είναι το κοντινότερο φαρμακείο γιατί την είχε τσιμπήσει μια μέλισσα.

“Παράξενο”, σκέφτηκε ο Γιακουμής. “Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν ότι το κεντρί της μέλισσας κάνει καλό στην καρδιά. Κι όταν τους τσιμπούσε, δεν έδιναν σημασία και το αφήνανε μέσα τους. Τώρα όμως, έτσι και τσιμπηθούν, κάνουν σαν τους τρελλούς, μην αντέχοντας τον παραμικρό αρχικό πόνο-ακόμη κι αν πρόκειται να έχει ευεργετικό αποτέλεσμα αργότερα-και πασχίζουν, πάσει θυσία, να βγάλουν το κεντρί.” Η σκέψη του έκανε έναν παραλληλισμό. Παλιά, σκέφτηκε, οι άνθρωποι αφήνονταν στα ερεθίσματα που ελάμβαναν και στο χρόνο, κι αυτά τα δύο τους “έψηναν” σιγά-σιγά. Τους ωρίμαζαν. Τώρα έχουμε γίνει όλοι φυγόπονοι. Βιαστικοί. Και αναβλητικοί συνάμα.

Το ίδιο βράδυ ο Γιακουμής έγραψε στο θείο του. Ναι, το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο Παρίσι. Να σπουδάσει ψυχολόγος, φιλόσοφος, δεν ήξερε, κάτι από τα δύο. Να ξυπνήσει. Και ποιος ξέρει, ίσως έτσι να 'φερνε βόλτα κάποτε και κάτι γυναίκες σαν την Κλάρα.


       ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ

Η ΘΕΙΑ ΜΥΓΔΑΛΩ



Στα μερη που μεγάλωσα, ο κάθε άνθρωπος είχε και τον δικό του
τύπο, τήν ιδιαιτερότητα του, το χούι του με δυο λόγια, που τον έκανε μοναδικό και ξεχωριστο ανάμεσα τους συχωριανούς του.
Ένας τέτοιος τύπος ήταν και η θειά Μυγδάλω.Την αποκαλώ "θειά", όχι για άλλο λόγο, αλλά, πυθομενος στο ηθος που απαιτούσε εμείς οι πιτσιρίκοι, να φανερώνουμε το σεβασμό μας προς τους μεγαλυτέρους προσφωνώντας τους μπάρμπα η θειά, εκτός και αν μας συνέδεε κάποια άλλη φυσική συγγένεια αίματος.

Τι θυμάμαι την γριά εκείνη να γυρίζει το χωριό με τα πόδια και να λέει τον καφέ στης άλλες γυναίκες. Είχε περάσει τα 70 αλλά φαινόταν πάνω από 80.Τότε βλέπεις οι άνθρωποι ρυτιδιάζαν γρήγορα αλλά βαστούσαν ακόμα τα κότσια τους. Το ανάστημα της ήταν κανονικό αλλά το κορμί της πολύ αδύνατο, σχεδόν
σκελετωμένο.Επασχε από ζάχαρο και γι' αυτό πάντα είχε στην τσέπη της πλεκτής ζακέτας της καραμέλες, για της υπογλυκαιμίες που την έπιαναν τακτικά.
<<Τι να κάμω Θοδωρέσια μου, μου
πεφτει το ζάχαρο και μόρχετε ζάλη,γι αυτό τρώω από καμιά, για να μη σωριαστώ σάδη>>,
έλεγε στη μάνα μου
απολογητικά.Εμένα πάντως, όποτε με έβλεπε, έκανε μια κίνηση στην τσέπη και αφού έβγαζε από μέσα τη χούφτα της γεμάτη καραμέλες μου έδινε, λέγοντας μου.
<< Α!γιόκα μου, πάρε καραμέλες από την θειάκο, να χεις την ευχή μου>>.

Ήταν πολλά
χρόνια χηρα,όπως και οι περισσότερες γριές του χωριού,γ' αυτό φορούσε πάντα μάυρα. Έμενε σ ένα μικρό, χαμηλό, πέτρινο σπιτάκι, που εμφανιζόταν μπροστά σου ξαφνικά,μόλης έστριβες από την πεζούλα του γείτονα. Είχε μια μικρή αγροτική σύνταξη, αλλά τής στέλναν και τα παιδιά της από την "Αουστράλια" όπως έλεγε η ίδια την Αυστραλία, με την ιδιότυπη διάλεκτο της.

Κάθε κυριακή μετά την λειτουργία ερχόταν στο σπίτι μας για καφέ και κουτσομπολιό. Εμείς μέναμε δίπλα στον Αι-Δημήτη και έτσι οι επισκέψεις ήταν πολλές. Εκεί λοιπό
ν οι-κυρές- του χωριού, επωφελούμενες της απουσία τον ανδρών στο καφενείο, καθώς και της φιλοξενίας της μάνας μου,επιδίδονταν σε αστεία, πειράγματα, αλλά και παινεματα.Τα κουτσομπολιά δίναν και πέρνα, και φυσικά η θειά Μυγδάλω με το φλιτζανάκι του ελληνικού ανά χείρας, ως σύγχρονη Πυθία, αποκάλυπτε στην κάθε μια της σκοτεινές βουλές του πεπρωμένου της.
<<Καλά μω
Φούλα την αρραβώνιασες τη θυγατέρα σου κι εμάς δε μας είπες λόγο;>> ρωτούσε όταν έβλεπε να Πέφτη στεφάνι.
Όταν μάντευε αρρώστιες έπαιρνε ύφος λυπημένο και σύστηνε στη μοιροχτυπημένη να προσεχή από ατύχημα.
<<Να προσέχεις
Φούλα..ακούς τι σου λέω εγώ... να προσέχεις>>.
Εκεί βέβαια που κυρίως έδινε σημασία ήταν το μάτι, το οποίο φυσικά ξόρκιζε με μεγάλη επιδεξιότητα και καπατσοσύνη.
<<Ματιασμένη σ έχουν
Φούλα, να προσέχεις τους οχτρούς σου>>.

Όταν κάποτε στο χωριό ήρθε πνευματικός από το κοντινό μοναστήρι για να εξομολογήσει της γυναίκες, με ρώτησε γεμάτη προβληματισμό.
<< Ω!
Φούλη, να του πω και για τον φλιτζάνι που λέω;>>
Εγώ την συμβούλεψα να το πει.
<<
Θα το πω, δεν θέλω να χω αμαρτία>> μου απάντησε αποφασισμένη.
Όταν βγήκε από το εξομολογητήριο ήταν αναστατωμένη. Με πήρε παράμερα και μου είπε εμπιστευτικά, γεμάτη αυτομεμψία.
<<Ουυυι φουλέτση μου, πα, πα, πα, δεν το ξαναλέω το φλιτσάνι,δέν ξαναβάνω αμαρτία.ουι ουι ουι...!!!>>
Την άλλη Κυριακή στο σπίτι μας η γνωστή συνάθροιση και η θειά Μυγδάλο πρώτη και καλύτερη, με το φλιτζανάκι στο χέρι.Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Είχε κιόλας ξεχάσει την υπόσχεση της. Μου δικαιολογήθηκε έτσι.
<<Ε! μο φουλέτση δεν κάνω κακό, το φλιτζάνι λέω, λεφτά δεν παίρνω...παίρνω;>>
Είχε και μια κόρη στην Αθήνα, παντρεμένη με δυο παιδιά.
<<Τα αγγόνια μου, τα ευχημένα μου>> έλεγε η ίδια παινεύοντας τα στης άλλες γυναίκες του χωριού.


Κάποτε, μετά από πολλά παρακάλια και κατά παραχώριση,πήγε η θειά Μυγδάλω στην πρωτεύουσα να τους δει και να κάνουν μαζί Χριστούγεννα. Τα εγγόνια για να την ευχαριστήσουν, την βάλαν σε ένα ταξί να της δείξουν τα αξιοθέατα της πόλης.
Για κάθε τι που έβλεπε σταυροκοπιόταν με θαυμασμό και έκπληξη.
- Αυτό γιαγιά είναι το τάδε.
-
Πω πω πω ψυχούλες, τι θάμα είναι τούτο!
- Εδώ γιαγιά είναι το δείνα.
-
Ουι καμάρια μου, τι θάμα είναι τούτο.
Έξω απ την ακαδημία ο μικρότερος εγγονός της είπε
<<Αυτά τα αγάλματα που βλέπεις εδώ γιαγιάκα είναι οι θεοί του Ολύμπου.>>
Οι θεια Μυγδάλο στο άκουσμα της λέξεις θεοί σταυροκοπήθηκε τρεις φορές με κατάνυξη και αφού έσκυψε το κεφάλι σαν να προσκυνάει την εικόνα του αι-Δημητρη,είπε δακρυσμένοι
<<Μεγάλη η χάρη τους παιδάκια μου. την ευχή τους να χούμε>>.
Αυτή ήταν η απλή και αθώα θεια Μυγδάλω.
Ας έχουμε κι εμείς την ευχή της...



       ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΡΙΖΟΣ

ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ


Φορούσε το λευκό πλεχτό σκούφο κι ένα ζευγάρι γάντια.Το χοντρό μπουφάν της και τις χρωματιστές μπότες.Το κρύο ήταν ανεκτό όμως εκείνη πάντοτε κρύωνε εύκολα και ντυνόταν ζεστά.Τα καστανόξανθα μαλλιά της έπεφταν ίσια στην πλάτη της.Το χέρι της φωλιασμένο μέσα στο δικό του.Σ’αυτού του ψηλού,θεόρατου,άγνωστου άντρα.

Συζητούσαν ήρεμα όταν εκείνος κάτι της είπε που την έκανε να γελάσει δυνατά.Τότε την άρπαξε και τη σήκωσε ψηλά.Πρόλαβε να δει τον ενθουσιασμό στα μάτια της που εκείνες τις στιγμές έμοιαζαν παιδικά.Εκεί στη μέση του δρόμου την πήρε αγκαλιά,εκεί που χιλιάδες μάτια τους κοίταζαν…Κι αυτή να γελάει να του φωνάζει να την αφήσει κάτω ενώ έδειχνε να ευχαριστιέται της στιγμή με την ψυχή της.

Στην αρχή ένιωσε τη ζήλια να τον καίει.Αυτό το χέρι κάποτε το κρατούσε εκείνος.Μετά ένιωσε ντροπή.Ντροπή που δεν άκουσε ποτέ αυτό το γέλιο,που ποτέ δε το προκάλεσε.Θα μπορούσε να την είχε κάνει ευτυχισμένη,θα μπορούσε να την είχε κρατήσει κοντά του.Θα μπορούσε όμως μάλλον δε το θέλησε αρκετά.

Σκούπισε τα υγρά του μάτια και γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση.Δεν άντεχε να τη βλέπει ευτυχισμένη μακριά του.


       ΕΥΦΡΑΣΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ


Γυρίζεις βιαστικά και κουρασμένα. Ψάχνεις το καταφύγιο σου. Έχεις φροντίσει να το έχεις. Ψάχνεις συνηθισμένα στην τσέπη και βρίσκεις το κλειδί που σου επιτρέπει την είσοδό σου. Μια πόρτα σε χωρίζει προς την μετάβαση της ηρεμίας σου. Κρατάς το μεταλλικό αντικείμενο και οι μηχανισμοί ανοίγουν. Μπαίνεις. Τοποθετείς ξανά το κλειδί στην τσέπη χωρίς να δίνεις σχεδόν σημασία. Συνήθεια. Προσπερνάς τη σημασία του ρόλου του. Αδιαφορείς για το υλικό που είναι φτιαγμένο. Που ξέρεις μπορεί να είναι κατασκευασμένο από ανακυκλώσιμα παλιοσίδερα. Παλιοσίδερα μαζεμένα από αυτούς που περιφρονείς. Κι όμως, αυτά τα σκουριασμένα μέταλλα σου επιτρέπουν την είσοδο στην ηρεμία σου.


           ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΟΣ

ΡΕΥ



Ξύπνησε. Έβαλε κατευθείαν τον δίσκο. Τύμπανα, κλαρινέτο, πιάνο τρομπέτα. Ένταση στο τέρμα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Επιτέλους, νύχτα. Έπλυνε την κακιά του φάτσα. Ξυρίστηκε. Παντελόνι μαύρο. Πουκάμισο, γιλέκο , σακάκι, γραβάτα, καπέλο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Σωστός κύριος. Φλασκί με ουίσκι στην μια εσωτερική τσέπη. Όπλο στην άλλη εσωτερική τσέπη. Και ένα μαχαίρι ειδικά προσαρτώμενο στο πόδι. Λίγος χορός σουίνγκ πριν βγει έξω… αρκετά … ώρα για δουλεία. Η νύχτα είναι δική του και αυτός ψάχνει κάτι ωραίο να φάει.

Κατέβηκε τα σκαλιά με γρήγορα βήματα και βρέθηκε στον δρόμο. Μπορεί να μην έπαιζε πια σουίνγκ αλλά το έπαιζε εκείνος μέσα στο μυαλό του. Μπήκε στο αυτοκίνητο. Πρώτη στάση για σήμερα στον νταβατζη. Όπως οδηγούσε έβγαλε το ουίσκι. Κάταπιε. Τώρα είχε και μουσική μέσα στο αυτοκίνητο. Οδηγούσε μέσα στην νύχτα κρατώντας το κεφάλι του χαμηλά. Έφτασε έξω από το σπίτι του νταβατζη. Πάρκαρε πολύ πιο κάτω. Η πόλη σήμερα είχε ομίχλη. Κτύπησε την πόρτα. Άνοιξε η πουτανα.
«Που είναι ο Λαρρυ;» της είπε.
«Δεν είναι εδώ». Απάντησε.
«Κάνε πέρα μωρη σκροφα!»
Την έσπρωξε και μπήκε μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά. Εκείνη φώναζε. «Δεν είναι εδώ ο Λαρρυ!» έφτασε έξω από το δωμάτιο. Πήγε να ανοίξει την πόρτα. Κλειδωμένη. Έβγαλε το πιστολι. Με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα. Ο Λαρρυ καθόταν στον κρεβάτι σαν φοβισμένος γάτος. Τον σημάδεψε.
«Που είναι τα λεφτά μου ρε αρχιδι;»
«Ρευ! Ήρεμα. Εδώ τα έχω.»
Με το χέρι που δεν κρατούσε το πιστολι του έκανε νόημα να έρθει προς το μέρος του. Ο Λαρρυ πλησίασε και του έδωσε τα χρήματα.
«Καλό αγόρι!» του είπε κτυπώντας του φιλικά το μαγουλάκι.
Νταβατζηδες, θρασύδειλα κατασκευάσματα. Κρύβονται πίσω από τα φουστάνια, σκέφτηκε. Καθώς έμπαινε στην μαύρη Κάντιλακ.
Επομένη στάση, αποβάθρες. Μουσική στο φουλ στο αυτοκίνητο. Σουίνγκ. Το αγαπημένο του. Αν είναι να σκοτωθείς καλυτέρα να το κάνεις με στυλ!
«Στηβι!»
«Έλα, Ρευ!»
«Φέρε μου να δοκιμάσω την καινούργια παρτίδα».
«Έγινε Ρευ. Ρε βλάκα φέρε ένα μπουκάλι στον άνθρωπο μην σε τσακίσω» . Είπε ο Στηβι σε έναν πιτσιρίκα.
«Στηβι μην μιλάς έτσι στον μικρό αν δε θες μια μεγάλη τρύπα στο στέρνο».
«Συγνώμη Ρευ».
Ο μικρός ήρθε με ένα μπουκάλι ουίσκι. Το έδωσα στον Ρευ. Ο Ρευ άνοιξε και ήπιε.
«Ρε μαλακα, αυτό είναι βενζίνη. Είπαμε να το νοθεύουμε. Αλλά αυτό θα τους στείλει στο νεκροταφείο».
«Τώρα τι να κάνω;»
«Τώρα μεγάλε βαλ’ το στον κολο σου. Σπρωξ’ το στα χαμίνια ανατολικά. Σάμπως καταλαβαίνουν την διάφορα; Αυτοί πίνουν ουίσκι με σόδα! Χα χα χα!»
«Έγινε Ρευ!»

Η μαύρη Κάντιλακ γκάζωσε. Επομένη στάση . Το καμπαρέ. Πάμε … ξανά σουίνγκ. Ο Ρευ μπήκε μέσα. Κοίταξε γύρω του τους κατακαημένους που τους έτρεχαν τα σάλια. Τον πλησίασε ένα γκαρσόνι.
«Ρευ τι παίζει; Θα πιεις κάτι;»
«Ναι , πιασε ένα τζακ».
Το γκαρσόνι του έφερε το τζακ.
«Το αφεντικό σου που είναι;»
«Στο γραφείο».
Ο Ρευ μπήκε στα παρασκήνια. Πέρασε από εκεί που άλλαζαν οι χορεύτριες. Άκουσε κάτι ψίθυρους. « Αχ! Ο Ρευ!» έφτασε στην πόρτα του αφεντικού. Το αφεντικό καθόταν πίσω από το γραφείο.
« Τόνυ έχεις τα λεφτά;»
Κάτω από το γραφείο σηκώθηκε μια από τις χορεύτριες. Βγήκε έξω τρέχοντας.
«Να της φόρας κράνος». Είπε ο Ρευ.
«Ορίστε;»
«Για να μην κτυπάει το κεφάλι της στο γραφείο όταν σου παίρνει πίπα».
«Ρευ δεν έχω όλο το ποσό. Ίσως να μπορούσαμε να τα βρούμε αλλιώς».
«Δηλαδή;»
«Να , πάρε όποια θες , για όσες νύχτες θες».
«Τόνυ το μόνο που δεν με ενδιαφέρει είναι το σεξ αι οι έρωτες. Τα λεφτά τα έχεις ναι η όχι;»
Μια σταγόνα ιδρώτα άρχισε να κυλαει στο μέτωπο του Τόνυ.
«Δεν έχω όλο το ποσό. Να σου δώσω τα μισά;»
Ο Ρευ πλησίασε το γραφείο του Τόνυ. Αποτέλειωσε το τζακ.
«Ακου Τόνυ εγώ δεν είμαι τράπεζα. Μέχρι αύριο το βράδυ. Αν δεν έχεις όλο το ποσό ξέρεις ότι θα στο κάνουμε μπουρδελο το μαγαζί».
«Εντάξει Ρευ. Αύριο θα έχεις όλο το ποσό».
«Μπραβο! Καλό αγόρι!» είπε ο Ρευ και του κτύπησε φιλικά το μαγουλάκι.
Βγαίνοντας έξω από το γραφείο τον περίμενε εκείνη.
«Τι έγινε; Χάθηκες». Του είπε με ένα ψυχρό τόνο στην φωνή της.
«Δουλείες».
«Θα σε δω απόψε;»
«Οχι απόψε κούκλα». Είπε και έχωσε την γλωσσά του στο στόμα της. Είπαμε… ο Ρευ πίστευε ότι , κάνε τα πάντα, αλλά με στυλ. Διαφορετικά μην κάνεις τίποτα.

Βγήκε από την πίσω πόρτα του μαγαζιού. Δεν ήθελε να δει πάλι τα ξερατά άντρες. Τρεις αλήτες έψαχναν στα σκουπίδια. Ο Ρευ συνέχισε να περπατά προς τον κεντρικό δρόμο.
«Φίλε, έχεις κάνα φράγκο».
«Συγγνώμη μάγκες δεν υπάρχει τίποτα».
Οι αλήτες τον πήραν από πίσω. Ο Ρευ το κατάλαβε. Σταμάτησε. Περίμενε. Οι δυο έτρεξαν . κατά πάνω του. Τον έπιασαν από τα χεριά. Ο τρίτος άρχισε να τον κτυπάει. Στο στομάχι ,στην κάκια του φάτσα. Ο Ρευ γελουσε. «χα χα χα!» ο αλήτης συνέχισε να κτυπάει. Αρκετά. Ο Ρευ τράβηξε τα χεριά του και έβγαλε το όπλο του. Με την λαβή του όπλου κοπάνησε τον ένα στο κεφάλι και αυτός σωριάστηκε μεμιάς στο πάτωμα. Οι άλλοι δυο κοιταχτήκαν.
«Έλατε μωράκια μου στον θειο Ρευ!»
Όρμησαν και οι δυο καταπάνω του. Μια αγκωνιά στην μύτη και ένα κροσέ στο σαγόνι. Βλέπεις ο Ρευ στο αναμορφωτήριο ήταν πυγμάχος. Μια τέχνη που τον βοήθησε πιο πολύ από την τέχνη του να χειρίζεται το όπλο. Ο Ρευ σήκωσε το καπέλο του από τον δρόμο. Το φόρεσε. Μπήκε στην Κάντιλακ. Τελευταία στάση η πιο εύκολη και ψυχαγωγική. Το μπαρ του Νικ. Είπαμε ότι κάνεις. Κάντο με στυλ. Έβγαλε το φλασκί και κατέβασε την ουισκαρα. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε αίματα στο πρόσωπο. Έπιασε μια πετσέτα και σκουπίστηκε. Φίνα. Πάμε στο Νικ.
Ο Ρευ μπήκε μέσα. Η αγγλαρα καθόταν πίσω από το μπαρ. Ήταν ένα ξανθουλης καλοσυνάτος άγγλος.
«hello mate!»
«Που είσαι Νικ;»
«Τι να σου φέρω;»
«Ένα πακέτο τσιγάρα και ένα τζακ και τα χρήματα μου».

Ο Νικ ήταν καλό παιδί. Έκανε ότι του είπε ο Ρευ. Ωραία! Η βραδιά τέλειωνε όμορφα και γλυκά. «Δεν θα πάω σήμερα στο αφεντικό,» σκέφτηκε ο Ρευ. « και αύριο νύχτα είναι».
Ήπιε το πρώτο τζακ και παρήγγειλε άλλο ένα. Διπλά του καθόταν μια κοκκινομάλλα. Το στήθος της κόντευε να εκραγεί μέσα στο στενό φόρεμα της. «Ασε για τέτοια είμαστε τώρα; Ποιος μπαίνει στον κόπο;» σκέφτηκε ο Ρευ και χαμογέλασε.
«Από τα μέρη που έρχομαι ένας gentleman πάντα κερναει μια ωραία κυρία που κάθεται διπλά του». Είπε εκείνη.
«Και ποιος σου ειπε ότι είμαι gentleman;» απάντησε ο Ρευ.
«Έτσι μου φάνηκες. Μάλλον έπεσα έξω».
«Ρευ,» της είπε και της έδωσε το χέρι του.
«Σαμπίν,» απάντησε εκείνη και του έδωσε το χέρι της να το φιλήσει.
«Με τίποτα είπε ο Ρευ. Εγώ δεν φιλάω ούτε το χέρι του αφεντικού.»
Η Σαμπιν προσβλήθηκε ανεπανόρθωτα και γύρισε από την άλλη.
Ο Ρευ έκανε νόημα στο Νικ να κεράσει την όμορφη κυρία ένα ποτό.
«Σαμπιν άκου, είναι πράγματα που κάνω χωρίς όρια και πράγματα που δεν κάνω ποτε».
Η Σαμπιν γύρισε και τον κοίταξε.
«Α, ναι και ποια είναι αυτά; Αυτά που δεν κάνεις».
«Δεν γονατίζω ποτέ. Δεν προσεύχομαι σε κανέναν θεό και δεν φιλάω ποτέ χεριά γυναικών. Προτιμώ να της φιλαω άλλου».
«Όπα μεγάλε, κατουρά και λίγο». Του είπε η Σαμπιν.
Ο Ρευ έσκασε στα γέλια. « Δίκιο έχεις». Είπε. «Αν και νόμιζα ότι παρακατουραω.»
Η Σαμπιν είχε έρθει στην γη της επαγγελίας από την Γαλλία και ήθελε να παίξει στο θέατρο. Μίλησαν με τις ώρες. Ήπιαν πολύ.
«Έλα θα σε πάω στο σπίτι σου». Της είπε ο Ρευ.
«Καλύτερα να πάμε στο σπίτι σου».
«Δεν γίνεται εγώ έχω ένα τελευταίο σταθμό να κάνω πριν πάω σπίτι».
«Ε, και τι πειράζει να έρθω και εγώ;»
Γαμω το … αυτή η μικρή ήταν πιπεράτη και ατίθαση. Χαστούκιζε το εγώ του Ρευ και το ελαχιστοποιούσε. Είχε κάτι διαφορετικό. Έμοιαζε με άγρια φοράδα που ήθελε και δεν ήθελε να δαμαστεί. Ο Ρευ θα αναγκαζόταν να πάει στην τελευταία στάση μαζί της.
«Που πάμε;» του είπε.
«Θα δεις. Εσύ θα μείνεις στο αυτοκίνητο».
«Γιατί να μην έρθω και εγώ;»
«Γιατί αυτή την δουλεία την κάνω πάντα μονός μου».
Έφτασαν έξω από ένα νεκροταφείο. Ο Ρευ πάρκαρε.
«Λοιπόν τα λέμε σε λίγο,» της είπε και βγήκε έξω.
Ο Ρευ περπάτησε ανάμεσα από τους τάφους. Το τέλος του νεκροταφείου κοιτούσε την θάλασσα. Προς τα εκεί πήγαινε. Δεν ήταν ότι σε αυτό το νεκροταφείο είχε κάποιον δικό του… αλλά του άρεσε κάθε ξημέρωμα να θυμίζει στον εαυτό του την θνητότητα του και ποσό τυχερός που είναι να αντικρίζει άλλη μια ανατολή. Κάθισε εκεί στην άκρη να δει την ανατολή με τους τάφους πίσω του.

Το αφεντικό μπήκε μέσα στο γραφείο.
«Ντομπερμαν! Ακόμα να έρθει ο Ρευ;»
«Δεν ήρθε αφεντικό».
Το αφεντικό κοίταξε έξω από το παράθυρο.
«Αυτός ο Ρευ είναι επικίνδυνος. Είναι εύφλεκτο υλικό».
«Ναι ρε αφεντικό, αλλά κάνει την δουλεία τριών αντρών και μάλιστα γρήγορα και αναίμακτα».
«Τέλος πάντων… Ντομπερμπαν από αύριο να τον έχεις στο νου σου. Θέλει προσοχή ο μπάσταρδος. Με την παραμικρή λάθος κίνηση ξέρεις τι να κάνεις».
«Μάλιστα αφεντικό. Αλλά να ξέρεις ότι όλοι αγαπάμε τον Ρευ».
«Δεν μου λες ,θες εσύ να κάνεις παρέα με τα ψάρια;»
«Όχι αφεντικό!» είπε το Ντομπερμαν και λούφαξε στην θέση του.

«Ρευ, νύσταξα!» του φώναξε η Σαμπιν.
«Ρε γαμω το! Βρήκα τον μπελά μου». σκέφτηκε ο Ρευ. Σηκώθηκε . Κοίταξε μια φορά τον ήλιο και πήγε προς το μέρος της. Την έπιασε από την μέση , την κόλλησε πάνω του και την φίλησε. Μετά την έβαλε στο αυτοκίνητο και πήγαν σπίτι. Και βεβαία έκαναν ερώτα και κοιμήθηκαν αγκαλιά. Αυτή η μικρή έκανε τον Ρευ να αισθάνεται αισθήματα προστασίας προς εκείνη.
Όπου να ναι ο Ρευ θα έμπλεκε πολύ άσχημα…



           ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΖΙΜΑΣ