Το μονοπάτι, παλιό αυτοσχέδιο καλντερίμι, είναι κακοτράχαλο, γεμάτο πέτρες και ρίζες. Στη μια του πλευρά ένα τείχος από βάτα, αποφεύγω να πλησιάσω, κατά καιρούς κάνουν την εμφάνιση τους σαύρες και φίδια. Από την άλλη πλευρά περνά το ρέμα. Η παρατεταμένη ανομβρία το έχει ξεράνει και η χθεσινή βροχή δε κατάφερε να το ζωντανέψει, φαίνεται η κοίτη του. Όσο κατεβαίνω προς τα κάτω η ατμόσφαιρα δροσίζει κάπως, ένα ελαφρύ αεράκι ανακατεύει τα φύλλα των δέντρων. Όλα γύρω έχουν μια πρασινωπή απόχρωση..ακόμη και η ελαφριά ομίχλη, κάνοντας το τοπίο απόκοσμο. Στο ένα μου χέρι κρατώ το βιβλίο, στο άλλο ένα μικρό χαλάκι. Το μονοπάτι ανοίγει απότομα μπροστά μου και βλέπω το σπίτι. Δίπατο, χαρακτηριστικό της περιοχής, με μια σκάλα στη μπροστινή του πλευρά και γκρι πλάκες στη σκεπή. Η αυλή του είναι γεμάτη γλάστρες με καμέλιες και ορτανσίες. Δεν είναι το σπίτι όμως αυτό που γυρεύω. Ακολουθώ το μονοπάτι που οδηγεί στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Ο μικρός μου μυστικός πλανήτης. Μια περιοχή καταπράσινη και φυτεμένη με κάμποσες μηλιές. Κάθομαι στη ρίζα ενός δέντρου και ανοίγω το βιβλίο. Όλα χάνονται. Η υγρασία έχει αρχίσει να διαπερνά το χαλάκι. Σηκώνω το κεφάλι. Η κυρά Κατίνα με μια λεκανίτσα στο χέρι σκεπασμένη με λευκή πετσέτα πηγαίνει προς τον φούρνο. Δεν έχει νόημα να την καλησπερίσω, είναι χρόνια που δεν ακούει καλά, έλεγαν πως είχε βαρύ χέρι ο κυρ Δημητρης και από το ξύλο είχε κουφαθεί. Σηκώνομαι. Με αργά βήματα πλησιάζω το φούρνο και αφήνω το χαλάκι μου στην είσοδο. Την παρατηρώ έτσι όπως είναι σκυμμένη πάνω από το τηγάνι. Κοντούλα, λίγο στρουμπουλή και από το τσεμπέρι της ξεφεύγουν τούφες λευκές.
- Καλησπέρα θειά, φωνάζω δυνατά
Γυρίζει και με κοιτά, το γαλάζιο βλέμμα αθώο σαν μικρού παιδιού. Χαμογελάει και οι ρυτίδες του προσώπου της γίνονται πιο βαθιές
- Βρε καλώς το Χριστίνι μ, έλα να σι φλέψου τηγανόκλουρις, κάτσι
- Ευχαριστώ θειά, της χαμογελάω και κάθομαι.
Ο πάγκος άβολος, ένα καρφί από την πολυκαιρία έχει φύγει από τη θέση του και με ενοχλεί. Κοιτάζω γύρω μου. Πέτρες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη σκεπασμένες με τσίγκο. Πάγκοι αριστερά και δεξιά από το φούρνο στρωμένοι με χράμια εκτελούν χρέη καθισμάτων. Ένας πάγκος φιλοξενεί το πετρογκάζ. Στον ένα τοιχο ράφια με πιάτα, διαφορετικά το ένα από το άλλο και γυάλες που περιέχουν βότανα και μυρωδικά. Παρατηρώ τα χέρια έτσι όπως δουλεύουν το ζυμάρι. Μαγικά χέρια. Με γρηγοράδα πετά μέσα στο τηγάνι δύο πιτούλες, ακούγεται ο χαρακτηριστικός ήχος. Λίγα λεπτά αργότερα τις γυρίζει με ένα πιρούνι και αποκαλύπτεται η χρυσοκόκκινη πλευρά τους. Βάζει τις δύο πιτούλες σε ένα από τα πιατάκια και τις περιχύνει με πετιμέζι, χαμογελαστή μου δίνει το πιάτο. Μια δαγκωνιά και γεμίζει το στόμα μου γλύκα. Γλύφω τα δάχτυλά μου που κολλούν από το πετιμέζι. Ένα κρύο ποτήρι με νερό βρίσκεται δίπλα μου στον πάγκο, δεν πρόσεξα πότε μου το έφερε. Σηκώνομαι να φύγω. Βλέπει πως κρατώ στο χέρι μου το βιβλίο.
- Α όλου με τέτοια σι βλέπω στου χερ, παραμύθια είνι?
- Ναι θειά, όμορφα παραμύθια
- Α , να ρθεις μια φουρα να μ διαβάσεις κανένα
- Θα ρθω θειά, της σκάω ένα φιλί στο μάγουλο και γυρνώ να φύγω …έχει γύρει ο ήλιος για τα καλά.
ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΚΑΛΤΣΗ

0 σχόλια: