ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ



Ο Γιακουμής καθόταν αραχτός στον κήπο του πριονίζοντας ένα ξύλο, πασχίζοντας να του δώσει ένα σχήμα-ένας θεός ξέρει ποιο. Ο Γιακουμής δεν ήταν καλλιτέχνης. Ήταν ένας απλώς κερκυραίος χωρικός. Γενικά, του άρεσε να περνά τις μέρες του δίχως να κάνει τίποτα. Όμως, αναγκαστικά, τις καθημερινές βοηθούσε στο μικρό μαγαζί με τις φωτοτυπίες και τα είδη γραφείου, που είχε ανοίξει η μάνα του κοντά στο λιμάνι, παριστάνοντας τον υπάλληλο. Τον περισσότερο καιρό βαριόταν. Τελευταία, η σκέψη του είχε “μαγκώσει”, τριγύριζε επίμονα στην Κλάρα.

Η Κλάρα ήταν χορεύτρια και εδώ κι ένα μήνα είχε εγκατασταθεί στο νησί για τις καλοκαιρινές της διακοπές. Ο Γιακουμής δε γνώριζε αν πραγματικά την έλεγαν έτσι, ή αν επρόκειτο για ένα είδος καλλιτεχνικού ψευδωνύμου. Πάντως έμοιαζε απλός άνθρωπος, είχε ύφος μάλλον ταπεινό παρά μπλαζέ, και δε δίσταζε να πιάνει την κουβέντα με τους ντόπιους, κρατώντας ταυτόγχρονα κάποιες αποστάσεις. Πως το κατάφερνε αυτό, ο Γιακουμής δεν το καταλάβαινε. Μάλλον η απόσταση κρατιόταν από μόνη της.

Πάντως την έιχε “πάρει πρέφα” αμέσως μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί. Ο Γιακουμής είχε αφήσει πάνω στο τραπεζάκι ενός καφενείου το πακέτο με τις κόλλες χαρτί που μετέφερε, και παρατηρούσε τους τουρίστες που αποβιβάζονταν του άρτι αφιχθέντος πλοίου. “Για να δούμε, τι μας ήρθε και φέτος” σκέφτηκε, σκουπίζοντας μ' ένα μαντήλι τον ιδρώτα του. Και τότε την είδε. Και έμεινε. Η Κλάρα ήταν πολύ όμορφη. Το έντονα μελαχρινό της πρόσωπο και το στητό κορμί της εξέφραζαν μια άγρια ομορφιά, που την έκαναν να μοιάζει κάπως με τσιγγάνα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Είχε ένα ύφος παράξενο' κάπως πληγωμένο, κάπως συμπονετικό, κάπως βαθυστόχαστο. Όμως όχι, όπως θα περίμενε κανείς, σνομπ. Με τίποτα. Αφού την κοίταξε ενδελεχώς τόσο ώστε να αποτυπώσει τη μορφή της στο μυαλό του για τα καλά, ο Γιακουμής ξανασήκωσε το πακέτο και συνέχισε το δρόμο του.

Από τότε του έγινε έμμονη ιδέα. Ένα βράδυ την “οραματίστηκε”. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι ο Γιακουμής είχε το “χάρισμα”. Κατά κάποιον τρόπο αυτοϋπνωτιζόταν, έπεφτε σε αφασία. Και “έβλεπε”. Διάφορα. Το παρόν (τις παρασκηνιακές κι απόκρυφες πτυχές του), το μέλλον (μόνο το δικό του δεν μπορούσε να δει), τις ψυχές των ανθρώπων. Έβλεπε. Οι πιο “ορθολογιστές” συγχωριανοί του το απέδιδαν αυτό στα τρία μπουκάλια κρασί που κατέβαζε κάθε βράδυ. Άλλοι πάλι τον εμπιστεύονταν, κι όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, τον συμβουλεύονταν. Το παράξενο ήταν ότι τον πίστευε και ο θείος του, ο Ζωρζ -Τζώρτζης όσο ζούσε στο νησί, έγινε Ζωρζ στο Παρίσι. Και ήταν παράξενο γιατί ο Ζωρζ ήταν μορφωμένος άνθρωπος και ο μόνος από την οικογένεια που είχε καταφέρει ν' ανοίξει τα φτερά του, να φύγει από τούτο το νησί και να γίνει διδάκτορας της νομικής στο Παρίσι. “Ρε βλάκα”, έγραφε στον ανιψιό του συχνά, “έλα να με βρεις, ξεκόλλα πια απ' αυτό το μέρος. Έλα στο Παρίσι, να σπουδάσεις ψυχολόγος. Αφού εσύ ξέρεις, βλέπεις βαθιά, διαβάζεις σαν ανοικτό βιβλίο τις ψυχές των ανθρώπων! Που είσαι τριάντα χρονών και ζεις ακόμη με τη μάνα σου! Έλα να ξυπνήσεις! Θ' αλλάξεις πια κι αυτό το απαίσιο όνομα: Από Γιακουμής θα το κάνεις Ζακόμπ!” “Εντάξει, την έχει ψωνίσει για τα καλά ο μπάρμπας εκεί στο Παρίσι”, σκεφτόταν σκασμένος στα γέλια ο “Ζακόμπ”.

Την “είδε”, λοιπόν. Την είδε να πετάει ψηλά, μεσ' απ' τα σύννεφα πιασμένη απ' το χέρι μ' έναν άντρα. Έπειτα, απότομα να γκρεμίζεται σ' ένα βάραθρο. Είδε τον άλλον άντρα, εκείνον που τη σήκωσε απ' τον γκρεμό και που, στη συνέχεια, της έμαθε τα βήματα. “Για να μπορέσεις να ξαναπετάξεις πρέπει πρώτα να μάθεις να χορεύεις”, της είχε πει παρασύροντάς την σ' ένα παράξενο, αργόσυρτο είδος ταγκό. Μετά την είδε να κολυμπάει προς ένα μικρό νησί, να φτάνει εκεί και να στέκεται στο πλευρό ενός άντρα, που έδειχνε να έχει κύρος κι ένα πολύ αυστηρό ύφος. “Μπράβο”, σκέφτηκε, “ένας τέτοιος της χρειάζεται, που να μην τον κάνει με τα κρεμμυδάκια!" Ωστόσο δεν μπορούσε να δει με ποιον από τους τρεις τελικά θα κατεληγε. Ίσως γιατί αυτό δεν το 'ξερε ακόμη κι η ίδια.

Ένα μεσημεράκι πέρασε με βήμα ανάλαφρο και ύφος σκεπτικό την πόρτα του κουρείου. “Αυτή είναι γυναίκα”, του ξέφυγε κι είπε με θαυμασμό στον κουρέα που τον ξύριζε. “Ναι, αμέ”, του αποκρίθηκε γελώντας εκείνος, “ Ό,τι πρέπει για μας στο χωριό! Να σου ανοίξει σπιτικό! Πυρ, θάλασσα και γυναίκες σαν την Κλάρα”, κατέληξε αναστενάζοντας.
Μία μέρα, ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο. Βέβαια, την είδε από κοντά, όταν μπήκε στο μαγαζί τους για να αγοράσει βιαστικά ένα τετράδιο. Στην πραγματικότητα όμως άλλος ήταν ο λόγος που η Κλάρα μπήκε σα σίφουνας στο μαγαζί τους. Ήθελε κάποια πληροφορία και φιλοτιμήθηκε να αγοράσει και κάτι. Τα 'χε κάτι τέτοια η Κλάρα. Μάλιστα πήρε, μαζί με το τετράδιο, κι ένα σετ μαρκαδόρους. Μετά, τους ρώτησε βαριανασαίνοντας που είναι το κοντινότερο φαρμακείο γιατί την είχε τσιμπήσει μια μέλισσα.

“Παράξενο”, σκέφτηκε ο Γιακουμής. “Τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι πίστευαν ότι το κεντρί της μέλισσας κάνει καλό στην καρδιά. Κι όταν τους τσιμπούσε, δεν έδιναν σημασία και το αφήνανε μέσα τους. Τώρα όμως, έτσι και τσιμπηθούν, κάνουν σαν τους τρελλούς, μην αντέχοντας τον παραμικρό αρχικό πόνο-ακόμη κι αν πρόκειται να έχει ευεργετικό αποτέλεσμα αργότερα-και πασχίζουν, πάσει θυσία, να βγάλουν το κεντρί.” Η σκέψη του έκανε έναν παραλληλισμό. Παλιά, σκέφτηκε, οι άνθρωποι αφήνονταν στα ερεθίσματα που ελάμβαναν και στο χρόνο, κι αυτά τα δύο τους “έψηναν” σιγά-σιγά. Τους ωρίμαζαν. Τώρα έχουμε γίνει όλοι φυγόπονοι. Βιαστικοί. Και αναβλητικοί συνάμα.

Το ίδιο βράδυ ο Γιακουμής έγραψε στο θείο του. Ναι, το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο Παρίσι. Να σπουδάσει ψυχολόγος, φιλόσοφος, δεν ήξερε, κάτι από τα δύο. Να ξυπνήσει. Και ποιος ξέρει, ίσως έτσι να 'φερνε βόλτα κάποτε και κάτι γυναίκες σαν την Κλάρα.


       ΦΑΙΗ ΡΕΜΠΕΛΟΥ

0 σχόλια: