ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ


Φορούσε το λευκό πλεχτό σκούφο κι ένα ζευγάρι γάντια.Το χοντρό μπουφάν της και τις χρωματιστές μπότες.Το κρύο ήταν ανεκτό όμως εκείνη πάντοτε κρύωνε εύκολα και ντυνόταν ζεστά.Τα καστανόξανθα μαλλιά της έπεφταν ίσια στην πλάτη της.Το χέρι της φωλιασμένο μέσα στο δικό του.Σ’αυτού του ψηλού,θεόρατου,άγνωστου άντρα.

Συζητούσαν ήρεμα όταν εκείνος κάτι της είπε που την έκανε να γελάσει δυνατά.Τότε την άρπαξε και τη σήκωσε ψηλά.Πρόλαβε να δει τον ενθουσιασμό στα μάτια της που εκείνες τις στιγμές έμοιαζαν παιδικά.Εκεί στη μέση του δρόμου την πήρε αγκαλιά,εκεί που χιλιάδες μάτια τους κοίταζαν…Κι αυτή να γελάει να του φωνάζει να την αφήσει κάτω ενώ έδειχνε να ευχαριστιέται της στιγμή με την ψυχή της.

Στην αρχή ένιωσε τη ζήλια να τον καίει.Αυτό το χέρι κάποτε το κρατούσε εκείνος.Μετά ένιωσε ντροπή.Ντροπή που δεν άκουσε ποτέ αυτό το γέλιο,που ποτέ δε το προκάλεσε.Θα μπορούσε να την είχε κάνει ευτυχισμένη,θα μπορούσε να την είχε κρατήσει κοντά του.Θα μπορούσε όμως μάλλον δε το θέλησε αρκετά.

Σκούπισε τα υγρά του μάτια και γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση.Δεν άντεχε να τη βλέπει ευτυχισμένη μακριά του.


       ΕΥΦΡΑΣΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

0 σχόλια: