ΓΥΝΑΙΚΑ




 Καθόταν στην πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο και παρατηρούσε τον καιρό.Τα σύννεφα όλο και πύκνωναν,κι ύστερα βροντές προϋπάντησαν μια μανιασμένη καταιγίδα.Στο χέρι της κρατούσε τσιγάρο.Ήταν μόνη στο σπίτι.Αυτή με μόνη παρέα το τσιγάρο.Αυτό που τη σκότωνε,τη λύτρωνε της έκανε παρέα τώρα που προσπαθούσε να βρει απαντήσεις στα «γιατί» της ζωής της.Τώρα που έφερνε στο μυαλό της όλα όσα συνέβησαν.

Υπήρξε πιστή,αφοσιωμένη σύζυγος και μια μάνα που πάντοτε βρισκόταν στο πλευρό των παιδιών της.Τα λάτρεψε από την ώρα που τα ένιωσε να κινούνται μέσα της,τα αγάπησε και τα φρόντισε με όλη της την ψυχή.Αλήθεια τι έκανε λάθος; Υπήρξε κάτι που να της διέφυγε;Κάτι στο οποίο να έφταιξε;
Παντρέυτηκε το Γιάννη στα είκοσι δύο της.Ερωτεύτηκαν τρελά και δέθηκαν αμέσως.Δεν άντεχαν ο ένας μακριά από τον άλλο.Όμως οι καιροί δεν επέτρεπαν πολλά κι έτσι ο Γιάννης τη ζήτησε από τον πατέρα της.Αν και συνομίληκός της δεν είχε οικονομικά προβλήματα αφού ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορας και τον είχε να εργάζεται κοντά του δίνοντάς του ένα γερό μηνιάτικο.
Η Μάνια σπούδαζε τότε αισθητική και ήθελε ακόμη ένα χρόνο για να πάρει το πτυχίο της. «Θα κάνω υπομονή όμως μετά θέλω να κάνουμε παιδιά!Θέλω να φτιάξουμε την οικογένειά μας.»της είχε πει κι εκείνη πέταξε από τη χαρά της ξεχνώντας τα όνειρα για ένα δικό της ινστιτούτο.Διάβαζε πυρετωδώς για να τελειώσει στην ώρα της κι όταν πήρε το πτυχίο περίμενε εναγωνίως μια εγκυμοσύνη.Και ήρθε είς διπλούν αφού έπιασε δίδυμα.Η ευτυχία διπλή αλλά και η κούραση το ίδιο.Ένα αγόρι και ένα κορίτσι που έμοιαζαν σα δυο σταγόνες νερό.Κι η Μάνια να τρέχει ολημερίς για να προλάβει.Ο Γιάννης έλειπε και γύριζε κατάκοπος αργά το βράδυ από τη δουλειά.

Και κάπου μέσα στα οικογενειακά βάρη χάθηκαν.Εκείνος να τρέχει για να μη τους λείψει τίποτα κι αυτή να μεγαλώνει τα παιδιά και να φροντίζει τα πάντα μέσα στο σπίτι εκτός από τον εαυτό της.Το σεξ αραίωσε αφού η κούραση δεν άφηνε περιθώρια.Και ήρθε μια μέρα που κατάλαβε πως τα χρόνια πέρασαν μέσα σε μια συνεχή ρουτίνα,τα μαλλιά τους γκρίζαραν,τα παιδιά μεγάλωσαν κι εκείνοι ήταν σαν ξένοι.Μιλούσαν μόνο για τα παιδιά και τη δουλειά.

Τον αγαπούσε,μόλις άκουγε την πόρτα να ανοίγει τη νύχτα η καρδιά της γαλήνευε όμως γύριζε πλευρό και κοιμόταν εξαντλημένη.Και μια μέρα τον είδε τυχαία στο δρόμο.Ο άντρας της αγκαλιά με μια κοπέλα που δεν ήταν πάνω από τριάντα.Γελούσε ευτυχισμένος.Πόσα χρόνια είχε να τον δει έτσι;
Και τότε κατάλαβε.Αφού επέτρεψε στον εαυτό της να δοθεί αποκλειστικά σ’αυτόν και στα παιδιά είχε χάσει το παιχνίδι.Δεν έκανε τίποτα για τον εαυτό της,μόνο για τους άλλους.Δε πραγματοποίησε τα όνειρά της,έγινε ανιαρή και εκείνος έψαξε κάτι πιο ενδιαφέρον.

Την είχε πληγώσει όμως θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια της.Παρακολούθησε σεμινάρια αισθητικής και εξάσκησε σύντομα το επάγγελμα.Ασχολήθηκε με τον εαυτό της καλλιεργώντας τον εσωτερικά με την πραγματοποίηση ενός στόχου,ενός ονείρου.Και τώρα πια άξιζε.Είχε κάνει κάτι και για ‘κείνη.Είχε δώσει επιτέλους αξία στη Μάνια που είχε παραμελήσει τόσο άδικα,κι είχε δώσει έτσι το δικαίωμα να την παραμελήσει ο ίδιος της ο άντρας.


0 σχόλια: