ΕΚΔΙΚΗΣΗ (ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΕΝΑ)


Εφτά χρόνια περίμενε γι αυτή τη στιγμή,χρονια αδηφαγα και χαμενα εγκλειστος στο μουχλιασμενο κελι του.Το φιλεκδικο πάθος δεν έσβησε ποτέ από μέσα του.Καθε μέρα, κάθε εβδομάδα, κάθε μήνας που περνούσε η επιθυμία του για εκδίκηση φουντωνε όπως η δίψα κάποιου που αδυνατεί να βρει νερό.Κοιμόταν και ξυπνουσε με την γλυκιά προσμονη της εκδίκησης. Αυτή η ζωηρη αδημονια ήταν που τον προστατέψε από την τρέλα της φυλακής.

Και να που τώρα τον είχε απέναντι του. Μόλις δύο τραπέζια τον χώριζαν από τον άνθρωπο που ευθυνοταν για τον εγκλεισμο του,σε εκείνο τo απαίσιo κολαστηριο.Εξαιτίας του ειχε χασει την δουλεια του,την ελευθερια του και εκείνη.

Τον κατοπτευε αρκετή ώρα, όπως παρατηρεί ο κυνηγός την λεία του. Επινε τον καφέ του αμεριμνος και διάβαζε εφημερίδα. Οι αλλαγές που είχαν επελθει πάνω του τα εφτά αυτά χρόνια ήταν ελάχιστες. Μια μικρή αραιωση στους κρόταφους και στο πάνω μέρος του κεφαλιού, ήταν η μοναδική αλλαγή που μπόρεσε να εντοπίσει.Το πρόσωπο του παρέμενε σχεδον ανεγγιχτο απο το περασμα του χρονου. Αυτο εξοργισε ακόμα περισσότερο τον Τζον.

Φορουσε λευκο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και απο πάνω γαλάζιο γιλεκο με τα αρχικά του κεντημενα στο δεξί μέρος. Για μια στιγμή αμφιταλαντευτηκε σχετικα με το που θα τον πυροβόλησε.
"Λεπτομέρειες" σκέφτηκε.

Η ώρα είχε φθάσει. Το δεξί του χέρι γλυστρησε στην τσέπη του μπουφάν του.Τα δάχτυλα του τυλιξαν αποφασιστικά την παγωμένη λαβη του όπλου του. Και τότε συνέβη.Η κούπα που κρατουσε ο ανδρας γλυστρησε και έσκασε με ορμή στο πάτωμα.Το πρόσωπο του είχε πάρει μια αλλοκοτη έκφραση,κατι μεταξύ απροσδοκητου πόνου και αγωνίας. Έφερε ασθμαινοντας, το αριστερό του χέρι στο στήθος του και το ακουμπήσε στο μέρος της καρδιας.Τα γαλάζια ματιά του τώρα είχαν πάρει ένα γκρίζωπο χρώμα, και το βλέμμα του απεπνεε φόβο και απόγνωση. Ξαφνικά τιναχτηκε απότομα πίσω, σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και σωριαστηκε στο πάτωμα.


Ο Τζον έμεινε να κοιτάζει αποσβολωμενος το παραλίγο θύμα του να ψυχορραγει στο παγωμένο πάτωμα. Μια σερβιτόρα έτρεξε αλλαφιασμενη από πάνω του,την ίδια στιγμή που ένας άντρας πίσω από τον πάγκο τηλεφώνουσε στις πρώτες βοήθειες.
Ο Τζον σηκώθηκε ήρεμα και πλησίασε τον πεσμενο άντρα. Ήταν ακίνητος με το στόμα του ανοιχτό και ελαφρώς παραμορφωμενο. Τα μεγάλα και θολα ματιά του τον κοίταζαν. Βλέμμα κρύο, νεκρικο.
Έσκυψε και ακουμπήσε με τα δάχτυλα του τον λαιμό του άντρα. 
-Ζει; τον ρώτησε εντρομη η σερβιτόρα.
-Πολύ φοβάμαι πως είναι νεκρός".
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον δρόμο. Πήρε βαθιά ανάσα, άναψε ένα τσιγάρο και απομάκρυνθηκε.


0 σχόλια: