Μπορούμε
να ακούσουμε κάτι άλλο; είπε εκείνη.
Του
ήρθε να βάλει τα γέλια στο άκουσμα του
λόγου της. 'Ηταν κάτι σαν παράκληση και
διαταγή μαζί, ενώ το βλέμμα της είχε ένα
τόνο αποδοκιμασίας.
Για να τη νευριάσει περισσότερο της είπε.
-Τι;
Για να τη νευριάσει περισσότερο της είπε.
-Τι;
-Δέν πιάνει άλλο σταθμό αυτό το
ραδιόφωνο; Αυτά τα τραγούδια θα μας
κοιμίσουν.
- Να αυτό είναι το κουμπί που ψάχνει,βρές ότι σου αρέσει.
-Ε! άναψε και κανένα φως, δεν βλέπω που είναι.
-Άσε θα ψάξω εγώ να βρώ, αν σου αρέσει κάποιο πες το μου να σταματήσω.
- Να αυτό είναι το κουμπί που ψάχνει,βρές ότι σου αρέσει.
-Ε! άναψε και κανένα φως, δεν βλέπω που είναι.
-Άσε θα ψάξω εγώ να βρώ, αν σου αρέσει κάποιο πες το μου να σταματήσω.
Εκείνη ακούμπισε πάλι στήν πλάτη του καθίσματος κρατώντας στο δεξί της χέρι το ποτήρι με το ποτό, που είχε πάρει μαζί της απο το μπαρ που τα πίνανε, ενώ στο άλλο χέρι, το αναμμένο τσιγάρο, απειλούσε να γεμίσει με στάχτη το κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχε πιει αρκετά και ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται ελαφρά. Ήταν βέβαια και οι στροφές του δρόμου που επιδείνωναν την κατάσταση της, συν το γεγονός ότι ήταν πολύ εκνευρισμένη με τον άλλον, εξαιτίας της συμπεριφοράς του την οποία εύρισκε αδικαιολόγητη.
Ο άλλος πάλι φαινόταν ατάραχος και ήρεμος, με μια διάθεση μάλιστα να αστειευτεί με την κατάσταση της συντρόφου του. Δέν το έκανε όμως γιατί καταλάβαινε πως αυτό θα ήταν η σπίθα που θα την έκανε να εκραγει. Κάποια στιγμή γύρισε το κεφάλι του αργά, την κοίταξε και της είπε γλυκά.
- Σου αρέσει αυτός ο σταθμός; Να τον αφήσω;
- Άφησέ τον, είπε αυτή κάπως πιο ήρεμα τώρα, μαλακωμένη από τη γλύκα του άλλου.Όχι πως είχε σκοπό να του χαριστή. Ίσα ίσα που η πρόθεση της ήταν να του τα σούρει χύμα και τσουβαλάτα, να του δώσει να καταλάβει ότι αυτή δεν ήταν από εκείνες της γυναικούλες που τα σηκώνουν αυτά.
"Άμα σου αρέσει
κύριε. Άμα δεν σου αρέσει το δρόμο σου
και κλείσε μας την πόρτα".Όχι που θα
του χαρίσει. Και γιατί να του χαρίσει
δηλαδή; Για τα ωραία του τα μάτια; Μα να
την παρατήσει μόνη στο μαγαζί για πάει
να φάει πίτα; Είναι δυνατον;Και πόση
ώρα δηλαδή ήθελες κύριε για να φας αυτήν
την σκατόπιτα; Μια ώρα; Αν δεν γουστάρεις
πες το μας να το ξέρουμε. Δεν θα σκάσουμε
κιόλας".
Το λάθος της ήταν που μπήκε
στο αυτοκίνητο του. Δεν έπρεπε να μπει.
Πιο καλά να πήγαινε με ταξί στο σπίτι
της, να σκύλιαζε ο άλλος από το κακό του.
Να μάθει άλλη φορά να μην κάνει τέτοιες
μαλακίες σ αυτήν.
"Αυτά εκεί που
περνάνε και όχι σε μας. Εμείς μαλάκες
δεν είμαστε, ούτε και παρακαλάμε
κανέναν....."Αυτά και άλλα τέτοια
σκεφτότανε και γινόταν ακόμα ποιο
έξαλλη.
Ο σύντροφος της κοιτούσε ευθεία στο δρόμο χωρίς να μιλάει, περιμένοντας να ξεσπάσει η να κοπάσει ο θυμός της φίλης του. Και για της δύο περιπτώσεις είχε έτοιμη την αντίδραση του, καθώς και διαλεγμένα τα όπλα για να αμυνθεί. Ήξερε πως ήταν άδικα θυμωμένη μαζί του. Αυτός της είχε εξηγήσει το λόγο για τον οποίο την άφησε για να πάει να φάει, τώρα αν αυτή δεν ήθελε να το καταλάβει αυτό είναι δικό της θέμα. Άλλωστε η ίδια ξέρει πολύ καλά πως πάντα δυσφορεί όταν βρίσκεται σε αυτό το μαγαζί και περισσότερο όταν εκείνη σέρνει μαζί της όλη την γνωστή κουστωδία των φιλενάδων μαζί με τους επίδοξους μνηστήρες που την πολιορκούν. Αυτός θέλει να είναι μόνο μαζί της, όλοι οι άλλοι του είναι περιττοί και ενοχλητική συνάμα. Θυμώνει εκείνη γιατί αυτός δεν βγαίνει συχνά μαζί της, ενώ ξέρει ότι ούτε του αρέσει, αλλά ούτε έχει και το χρόνο για να ξενυχτάει. Επίσης ξέρει ότι είναι πάρα πολύ κουρασμένος και έχει πάρα πολλά προβλήματα με το μαγαζί. Γιατί δεν τον καταλαβαίνει;
Ενώ σκέφτονταν αυτά, ξαφνικά του ήρθε να χαμογελάσει." Έχει πλάκα έτσι όπως είναι θυμωμένη", και πιο πολύ πλάκα έχει όταν μπερδεύει τα λόγια της, εξ αιτίας του ποτού, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει τι λέει. Έτσι του έρχονταν, όπως καθόταν αμίλητη και σκεφτική να την αρπάξει ξαφνικά, να κολλήσει τα χείλια του στα δικά της και να μην τα ξεκολλήσει μέχρι να των αγκαλιάσει και να σφιχτή ολόκληρη επάνω του.
Το αυτοκίνητο τώρα είχε πάρει την κατηφοριά και φαινόταν σιγά σιγά τα πρώτα σπίτια του χωριού. Η ώρα ήταν γύρω στις 4 το πρωί , ενώ από της αυλές ακούγονταν οι φωνές των ταλαίπωρων πετεινών που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ξυπνήσουν τους βαριά κοιμισμένους χωριανούς. Κατά τ άλλα μια απέραντη γαλήνη και ησυχία βασίλευε παντού, ικανή να καταλαγιάσει και την πιο ταραγμένη ψυχή. Μοναδική παραφωνία ο θόρυβος της μηχανής, που και αυτός όμως έπαψε, όταν μετά από λίγο το αυτοκίνητο σταμάτησε, ακριβός μπροστά από την θάλασσα.
Ο άνδρας γύρισε το κεφάλι του προς την γυναίκα και ακουμπώντας τα δυο του χέρια στο τιμόνι της είπε.
- Φτάσαμε.
Εκείνη τέντωσε το χέρι της προς το ταμπλό του αυτοκινήτου και προσπάθησε ψαχουλευτά, με το λιγοστό φως του φεγγαριού, να βρει τα τσιγάρα και το τηλέφωνο της. Κατόπιν έσκυψε να πάρει τη τσάντα της και έκανε μια κίνηση να ανοίξει την πόρτα.
- Φεύγεις; Την ρώτησε ο άνδρας με απορία και παράπονο μαζί.
Αυτή ξανάκλεισε την πόρτα ελαφρά και ακούμπησε πάλη την πλάτη της στο κάθισμα. Τώρα ήταν πιο ήρεμη. Λίγο η διαδρομή, λίγο η γαλήνη του τοπίου, η ομορφιά της θάλασσας, λίγο το βλέμμα του άλλου, την είχαν χαλαρώσει. Η Αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να φύγει. Αυτή αλλιώς την είχε φανταστεί αυτή τι βραδιά.
Όλα όμως πήγαν στραβά, τίποτα δεν έγινε όπως το ήθελε . Ας ήταν τουλάχιστον να τελείωνε κάπως καλύτερα.
-Τι να κάνω να μείνω; Τι να πούμε;
- Νομίζεις πως δεν έχουμε να πούμε τίποτα;
-Ότι ήταν να πούμε τα είπαμε πιο πριν, τι να λέμε τώρα; Εγώ είμαι έτσι, εσύ είσαι αλλιώς. Άστo. Καλύτερα μη το παιδεύουμε.
Σιώπησαν για λίγο μένοντας και οι δύο σκεφτικοί. Κάποια στιγμή ο άνδρας είπε;
- Γιατί επιλέγεις πάντα τι λύση της φυγής; Τι αποτέλεσμα νομίζεις ότι μπορεί να έχει αυτό για τι σχέση μας; Πρέπει να καταλάβεις πως η τακτική αυτή είναι πολύ κουραστική και δεν μας βοηθάει.
-Και τι θέλεις να κάνω;
-Πρώτα απ όλα να χαλαρώσεις γενικά. Να μην είσαι τόσο επιφυλακτική απέναντι μου και να μην παρεξηγείς της πράξεις και της προθέσεις μου.
-Εγώ δεν παρεξηγώ τίποτα, αλλά σου έχω πει πως εγώ είμαι έτσι και δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Φοβάμαι. Δεν θέλω να ξαναπληγωθώ. Δεν το αντέχω ξανά.
Τα τελευταία αυτά λόγια της, είχαν έναν τόνο απελπισίας και ικεσίας μαζί. Σαν να έλεγε " γιατί με βασανίζεις; Γιατί επιμένεις να κάνω κάτι που δεν μπορώ; Μη με πληγώνεις άλλο."
Ο άλλος ένιωσε την αγωνία της και σταμάτησε να μιλάει. Για αρκετή ώρα έμειναν και οι δύο να κοιτάζουν την θάλασσα, καθώς τα κύματα της χτυπούσαν με βία πάνω στα βράχια της ακτής, λες και ήθελαν να τα κομματιάσουν!!!
Ανδρεας Θεοδωρου Ριζος
Ο σύντροφος της κοιτούσε ευθεία στο δρόμο χωρίς να μιλάει, περιμένοντας να ξεσπάσει η να κοπάσει ο θυμός της φίλης του. Και για της δύο περιπτώσεις είχε έτοιμη την αντίδραση του, καθώς και διαλεγμένα τα όπλα για να αμυνθεί. Ήξερε πως ήταν άδικα θυμωμένη μαζί του. Αυτός της είχε εξηγήσει το λόγο για τον οποίο την άφησε για να πάει να φάει, τώρα αν αυτή δεν ήθελε να το καταλάβει αυτό είναι δικό της θέμα. Άλλωστε η ίδια ξέρει πολύ καλά πως πάντα δυσφορεί όταν βρίσκεται σε αυτό το μαγαζί και περισσότερο όταν εκείνη σέρνει μαζί της όλη την γνωστή κουστωδία των φιλενάδων μαζί με τους επίδοξους μνηστήρες που την πολιορκούν. Αυτός θέλει να είναι μόνο μαζί της, όλοι οι άλλοι του είναι περιττοί και ενοχλητική συνάμα. Θυμώνει εκείνη γιατί αυτός δεν βγαίνει συχνά μαζί της, ενώ ξέρει ότι ούτε του αρέσει, αλλά ούτε έχει και το χρόνο για να ξενυχτάει. Επίσης ξέρει ότι είναι πάρα πολύ κουρασμένος και έχει πάρα πολλά προβλήματα με το μαγαζί. Γιατί δεν τον καταλαβαίνει;
Ενώ σκέφτονταν αυτά, ξαφνικά του ήρθε να χαμογελάσει." Έχει πλάκα έτσι όπως είναι θυμωμένη", και πιο πολύ πλάκα έχει όταν μπερδεύει τα λόγια της, εξ αιτίας του ποτού, με αποτέλεσμα να μην καταλαβαίνει τι λέει. Έτσι του έρχονταν, όπως καθόταν αμίλητη και σκεφτική να την αρπάξει ξαφνικά, να κολλήσει τα χείλια του στα δικά της και να μην τα ξεκολλήσει μέχρι να των αγκαλιάσει και να σφιχτή ολόκληρη επάνω του.
Το αυτοκίνητο τώρα είχε πάρει την κατηφοριά και φαινόταν σιγά σιγά τα πρώτα σπίτια του χωριού. Η ώρα ήταν γύρω στις 4 το πρωί , ενώ από της αυλές ακούγονταν οι φωνές των ταλαίπωρων πετεινών που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να ξυπνήσουν τους βαριά κοιμισμένους χωριανούς. Κατά τ άλλα μια απέραντη γαλήνη και ησυχία βασίλευε παντού, ικανή να καταλαγιάσει και την πιο ταραγμένη ψυχή. Μοναδική παραφωνία ο θόρυβος της μηχανής, που και αυτός όμως έπαψε, όταν μετά από λίγο το αυτοκίνητο σταμάτησε, ακριβός μπροστά από την θάλασσα.
Ο άνδρας γύρισε το κεφάλι του προς την γυναίκα και ακουμπώντας τα δυο του χέρια στο τιμόνι της είπε.
- Φτάσαμε.
Εκείνη τέντωσε το χέρι της προς το ταμπλό του αυτοκινήτου και προσπάθησε ψαχουλευτά, με το λιγοστό φως του φεγγαριού, να βρει τα τσιγάρα και το τηλέφωνο της. Κατόπιν έσκυψε να πάρει τη τσάντα της και έκανε μια κίνηση να ανοίξει την πόρτα.
- Φεύγεις; Την ρώτησε ο άνδρας με απορία και παράπονο μαζί.
Αυτή ξανάκλεισε την πόρτα ελαφρά και ακούμπησε πάλη την πλάτη της στο κάθισμα. Τώρα ήταν πιο ήρεμη. Λίγο η διαδρομή, λίγο η γαλήνη του τοπίου, η ομορφιά της θάλασσας, λίγο το βλέμμα του άλλου, την είχαν χαλαρώσει. Η Αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να φύγει. Αυτή αλλιώς την είχε φανταστεί αυτή τι βραδιά.
Όλα όμως πήγαν στραβά, τίποτα δεν έγινε όπως το ήθελε . Ας ήταν τουλάχιστον να τελείωνε κάπως καλύτερα.
-Τι να κάνω να μείνω; Τι να πούμε;
- Νομίζεις πως δεν έχουμε να πούμε τίποτα;
-Ότι ήταν να πούμε τα είπαμε πιο πριν, τι να λέμε τώρα; Εγώ είμαι έτσι, εσύ είσαι αλλιώς. Άστo. Καλύτερα μη το παιδεύουμε.
Σιώπησαν για λίγο μένοντας και οι δύο σκεφτικοί. Κάποια στιγμή ο άνδρας είπε;
- Γιατί επιλέγεις πάντα τι λύση της φυγής; Τι αποτέλεσμα νομίζεις ότι μπορεί να έχει αυτό για τι σχέση μας; Πρέπει να καταλάβεις πως η τακτική αυτή είναι πολύ κουραστική και δεν μας βοηθάει.
-Και τι θέλεις να κάνω;
-Πρώτα απ όλα να χαλαρώσεις γενικά. Να μην είσαι τόσο επιφυλακτική απέναντι μου και να μην παρεξηγείς της πράξεις και της προθέσεις μου.
-Εγώ δεν παρεξηγώ τίποτα, αλλά σου έχω πει πως εγώ είμαι έτσι και δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Φοβάμαι. Δεν θέλω να ξαναπληγωθώ. Δεν το αντέχω ξανά.
Τα τελευταία αυτά λόγια της, είχαν έναν τόνο απελπισίας και ικεσίας μαζί. Σαν να έλεγε " γιατί με βασανίζεις; Γιατί επιμένεις να κάνω κάτι που δεν μπορώ; Μη με πληγώνεις άλλο."
Ο άλλος ένιωσε την αγωνία της και σταμάτησε να μιλάει. Για αρκετή ώρα έμειναν και οι δύο να κοιτάζουν την θάλασσα, καθώς τα κύματα της χτυπούσαν με βία πάνω στα βράχια της ακτής, λες και ήθελαν να τα κομματιάσουν!!!
Ανδρεας Θεοδωρου Ριζος

0 σχόλια: