Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πολιτεία ηλιόλουστη και πανέμορφη. Καθρεφτίζονταν στα νερά μιας λίμνης. Στις όχθες της λίμνης ζούσε ένα νέο κι όμορφο κορίτσι κι είχε μια καλύβα. Κάθε μέρα έβγαινε έξω, κάθονταν πλάι στη λίμνη κι έλεγε ιστορίες και παραμύθια. Κόσμος μαζεύονταν τριγύρω της, κόσμος πολύς και την άκουγε με τις ώρες.
Κάποια μέρα τα σύννεφα πήραν τα λόγια της και σύννεφο με το σύννεφο φτιάξανε σκάλα, ψηλά μέχρι τα αυτιά του ουρανού. Κι εκείνος άκουσε κομμάτια από τις ιστορίες. Μα ήταν περίεργος τι έγινε μετά, ποια είναι η συνέχεια στο παραμύθι. Ο ουρανός θέλησε να μάθει που είναι εκείνη η πολιτεία με τη λίμνη, που είναι εκείνο το κορίτσι που λέει τις ιστορίες. Σαν του είπαν τα σύννεφα, έφτασε ως εκεί και κατέβηκε χαμηλά και χαμηλά και πήρε τη μορφή ενός αγοριού.
Πρώτη φορά το κορίτσι τον είδε να καθρεφτίζεται στα νερά της λίμνης. Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν άργησαν να γίνουν φίλοι. Εκείνος καθόταν μαζί της και την άκουγε με τις ώρες να λέει ιστορίες κι έπειτα έφευγε πάλι. Και πέρασε καιρός, καιρός πολύς. Το κορίτσι και το αγόρι γνωρίστηκαν καλύτερα, αγαπήθηκαν. Αλλά μια μέρα ο ουρανός έπρεπε να ταξιδέψει μακριά σε άλλες πολιτείες που οι άνθρωποι τον χρειάζονταν γαλανό πάνω από τα κεφάλια τους. Εκείνη την ημέρα δεν έφτασε στην πολιτεία με τη λίμνη και το κορίτσι τον έψαχνε και τον έψαχνε. Γύρισε όλη τη λίμνη κι όπως έσκυβε στα νερά της για να τον δει να καθρεφτίζεται μέσα, γλίστρησε κι έπεσε μέσα στη λίμνη και χάθηκε.
Την άλλη μέρα ο ουρανός ήρθε πάλι κι έψαξε να την βρει. Όμως όπου κι αν κοίταξε εκείνη δεν ήταν πουθενά. Πάει στο καλύβι της και χτυπά την πόρτα. Του ανοίγουν δυο γυναίκες μαυροφορεμένες.
«Που είναι το κορίτσι:»
« Έφτασες αργά γιόκα μου».
Του είπαν τι συνέβη κι ο ουρανός αντάριασε. Γέμισε σύννεφα, αστραπές και βροντές. Μαύρισε κι άρχισε να βρέχει και να βρέχει με ένα κλάμα ατελείωτο. Κι από εκείνη την ημέρα ο ουρανός είναι συνέχεια συννεφιασμένος και μαύρος και κλαίει τον χαμό της καλής του. Μα κάποιες φορές σαν τα σύννεφα περνούν από μπροστά του και του αφήνουν κάποια από τα λόγια από τις ιστορίες κείνου του κοριτσιού, εκείνος χαμογελάει και γίνεται πάλι γαλανός. Κι εκείνες τις ώρες η πολιτεία είναι και πάλι ηλιόλουστη.
Και λένε πως τούτη η πολιτεία δεν είναι άλλη από τα Γιάννενα, τα Γιάννενα με τις Αφηγήσεις της Λίμνης
Νεφέλη Ζολώτα-Τάτση
0 σχόλια: