Ήταν
Ιανουάριος του ’54 κι εγώ μέσα στην βάρκα
μου μάζευα τα δίχτυα από τον ποταμό στο
χωριό που μεγάλωσα. Τότε που σαράντα
μέρες πριν, είδα τον μέθυσο πατέρα μου
να ξεψυχά στην ταβέρνα του χωριού.
Αφού
έβαλα τα ψάρια στο καλάθι, τα ‘δωσα στην
μάνα μου να τα μαγειρέψει για το τραπέζι
του μνημόσυνου. Ήρθανε φίλοι και
συγγενείς, φάγανε και ήπιανε μέχρι που
έδυσε ο ήλιος.
Όταν
τ’ αδέρφια μου κοιμήθηκαν, είδα την
μάνα μου να ‘ρχεται σ’ εμένα κρατώντας
το κανάτι. «Πάνε παιδί μου και γέμισέ
το, δεν έμεινε στάλα. Ίσως το βράδυ τ’
αδέρφια σου να γυρέψουνε νερό».
Το
πήρα κι έβαλα τα παπούτσια μου ξεκινώντας
μες στην νύχτα για την βρύση του χωριού.
Είχε πολύ κρύο και τα παγωμένα χέρια
μου κρατούσανε με ζόρι το κανάτι. Φορούσα
μια μπλούζα μονάχα κι έτρεμα ολάκερος.
Έκοβα δρόμο πηγαίνοντας μέσα από χωράφια,
μέχρι που έφτασα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Όπως
έσκυψα πάνω στην βρύση ν’ αφήσω το
κανάτι κάτω από το νερό, είδα μια σκιά
όμοια με δέντρου, να κινείτε! Κινούνταν
κι όλο και μεγάλωνε! Μεγάλωνε και
μεγάλωνε, ώσπου πήρε το σχήμα μιας
ανθρώπινης μορφής φτιαγμένης από έναν
παράξενο μαύρο καπνό!
«Ποιος
είσαι;» με ρώτησε.
Κοίταξα
γρήγορα γύρω μου, μα δεν ήτανε κανείς
κοντά μου! Η σκιά ήτανε πλέον στα τρία
μέρος ύψος, στα δυο βήματα μπροστά μου.
Όπως σήκωσε το χέρι της ψηλά, κάνοντας
κίνηση να με χτυπήσει, φώναξε «ΠΟΙΟΟΣ!»
.
Άφησα το κανάτι εκεί που ήτανε κι άρχισα
να τρέχω με την ψυχή στο στόμα! Στην άκρη
του ματιού μου έβλεπα ξωπίσω μου την
μαύρη σερνόμενη σκιά να με κυνηγά, με
την μεθυσμένη φωνή του πατέρα μου να
μου μιλάει «Τι κάνεις αγόρι μ; Στάσου
να σε χαρώ λίγο βρε ψυχή μου! Πες μου
παλικάρι μου, με αγαπάς; Μίλα μου βρε,
ν’ ακούσω λίγο την φωνή σου»
Ήξερα
πως αυτό που δεν έπρεπε να κάνω, ήτανε
να μιλήσω. Γιατί αν το έκανα, η σκιά θα
μου ‘παιρνε τα λογικά.
Άνοιξα
την πόρτα του σπιτιού πηγαίνοντας
τρομοκρατημένος στο κρεβάτι. Σκεπάστηκα
ως το κεφάλι με την κουβέρτα για να
προστατευτώ και τότε ήταν που είδα την
μάνα μου με το δάκτυλο στα χείλι να μου
κάνει νόημα για ησυχία.
Μάλλον
είδε την σκιά που σέρνονταν πίσω μου
καθώς έμπαινα στο σπίτι. Σε ένα κενό που
έκανε η κουβέρτα προς τα πόδια μου, είδα
την σκιά εκεί πάνω στον τοίχο! Σήκωσε
το χέρι της και το έκανε μαστίγιο, το
κουνούσε πάνω στο ταβάνι σαν ένα μεγάλο
φίδι. Το κατέβασε απότομα και με τόση
δύναμη που άκουσα την σάρκα της πλάτης
μου να σκίζεται. Τότε τα τελευταία λόγια
της μάνας μου ήταν με ένα ουρλιαχτό της
«ΟΧΙΙΙΙ!! ΕΜΕΝΑ ΠΑΡΕ ΑΤΙΜΗ, ΕΜΕΝΑ!»
Η
μάνα μου σάλεψε, δεν κράτησε πολύ. Ας
είναι ελαφρύ το χώμα της.»
ΓΙΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

0 σχόλια: