Το σύμπαν σου μιλά και καλά θα κάνεις να το παρατηρείς, να το ακούς.Προστατεύει αυτούς που το έχουν πραγματικά ανάγκη.
«Να πιστεύεις στα σημάδια» μου έλεγε. Μωρέ τι βλακείες ήταν αυτές σκεφτόμουνα αλλά της έδινα το χαμόγελό μου για να μη με πρήζει. Η Αφροδίτη ήταν η καλύτερή μου φίλη. Όταν την γνώρισα μου έκανε εντύπωση η λαχτάρα που είχε για τη ζωή. Μπορεί να είναι τριάντα πέντε αλλά δε νιώθει πάνω από εικοσιπέντε και αυτό της το αναγνωρίζω. Το διάστημα που μπήκε στη ζωή μου ήμουνα φρεσκοπαντρεμένη και εκείνη μόλις είχε μετακομίσει πάνω από το διαμέρισμα που μέναμε με τον άντρα μου το Μίλτο. Εγώ ήμουν άνεργη και εκείνη ως μεταφράστρια δούλευε στο σπίτι οπότε είχαμε άπλετο χρόνο να γνωριστούμε. Μας αγάπησε αμέσως κάτι που κατάλαβα πως δεν της ήταν καθόλου δύσκολο γενικότερα. Δεν είχε όρια στα μέσα της. Η Αφροδίτη έγινε η αδερφή που ποτέ δεν είχα, η φίλη που πάντα ήθελα αλλά και η μητέρα που έχασα στην εφηβεία μου. Με αποδέχτηκε ατόφια και αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.
Ήταν η μόνη που πίστευε πολύ στα σημάδια. Ξεκάθαρα όλα από την αρχή. Είχε πιάσει το νόημα της ζωής και η αλήθεια είναι ότι δεν την είχα δει ποτέ να κλαίει ή να μιζεριάζει. «Αρνούμαι να νικηθώ από αυτονόητα πράγματα Μυρτώ. Κανείς και τίποτα δεδομένο. Δίνω και παίρνω το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Τον χρόνο. Όποιος θέλει κάθεται και τον απολαμβάνει μαζί μου - ζυμωμένος πάντα με αγάπη - όποιος πάλι δε θέλει έχω την πόρτα ξεκλείδωτη».
«Να πιστεύεις στα σημάδια» μου έλεγε. Μωρέ τι βλακείες ήταν αυτές σκεφτόμουνα αλλά της έδινα το χαμόγελό μου για να μη με πρήζει. Η Αφροδίτη ήταν η καλύτερή μου φίλη. Όταν την γνώρισα μου έκανε εντύπωση η λαχτάρα που είχε για τη ζωή. Μπορεί να είναι τριάντα πέντε αλλά δε νιώθει πάνω από εικοσιπέντε και αυτό της το αναγνωρίζω. Το διάστημα που μπήκε στη ζωή μου ήμουνα φρεσκοπαντρεμένη και εκείνη μόλις είχε μετακομίσει πάνω από το διαμέρισμα που μέναμε με τον άντρα μου το Μίλτο. Εγώ ήμουν άνεργη και εκείνη ως μεταφράστρια δούλευε στο σπίτι οπότε είχαμε άπλετο χρόνο να γνωριστούμε. Μας αγάπησε αμέσως κάτι που κατάλαβα πως δεν της ήταν καθόλου δύσκολο γενικότερα. Δεν είχε όρια στα μέσα της. Η Αφροδίτη έγινε η αδερφή που ποτέ δεν είχα, η φίλη που πάντα ήθελα αλλά και η μητέρα που έχασα στην εφηβεία μου. Με αποδέχτηκε ατόφια και αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου.
Ήταν η μόνη που πίστευε πολύ στα σημάδια. Ξεκάθαρα όλα από την αρχή. Είχε πιάσει το νόημα της ζωής και η αλήθεια είναι ότι δεν την είχα δει ποτέ να κλαίει ή να μιζεριάζει. «Αρνούμαι να νικηθώ από αυτονόητα πράγματα Μυρτώ. Κανείς και τίποτα δεδομένο. Δίνω και παίρνω το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Τον χρόνο. Όποιος θέλει κάθεται και τον απολαμβάνει μαζί μου - ζυμωμένος πάντα με αγάπη - όποιος πάλι δε θέλει έχω την πόρτα ξεκλείδωτη».
Ο μόνος κανόνας που είχε: Μετά την απομάκρυνση από τα μέσα της δεν μπορούσες να επιστρέψεις. Αυτό το διαπίστωσα ένα πρωί όταν ένας ονόματι Άρης αποφάσισε να επιστρέψει μετά από χρόνια. Δεν ήξερα τι είχε γίνει μεταξύ τους αλλά δεν θα ξεχάσω όμως τη σκηνή όταν ανέβηκα για πρωινή κουβεντούλα και την είδα να μιλάει με τον εμφανώς ταλαιπωρημένο μελαχρινό άντρα. Τον κοίταξε με μάτια βουτηγμένα στον πάγο λέγοντας του «μη γυρνάς στα ερείπια χρυσέ μου γιατί υπάρχει κίνδυνος να σε πλακώσουν». Αυτός δεν έβγαλε άχνα, άπλωσε το βλέμμα του στο πάτωμα και αποχώρησε. Μόλις μπήκαμε σπίτι της ξεκίνησε να μου λέει για ένα καινούργιο βιβλίο που μετέφραζε ετοιμάζοντας καφεδάκι. Ο Άρης άνηκε προφανώς σε ένα κοκαλωμένο χρόνο. Δεν τη ρώτησα τι είχε συμβεί, όταν εκείνη αποφάσιζε θα μου έλεγε. Η αδιακρισία άλλωστε πορεύεται με μισές αλήθειες και εγώ έμαθα να μη τις συμπαθώ.
Λίγους μήνες μετά βγήκαμε για φαγητό στο αγαπημένο μας Ιταλικό. Η διαδρομή μικρή αλλά όμορφη με μεγάλα πεζοδρόμια και κάθε λίγα μέτρα να σου και ένα πεύκο να μας χαιρετά. Καθώς προχωρούσαμε είδαμε ένα χαρτάκι να τρέχει με μανία, έκανε σβούρες και στο τέλος κατέληξε πάνω σε μία κολώνα. Τριβόταν με πείσμα πάνω της αλλά η κολώνα δεν το άφηνε να φύγει. Αγέρωχη η άτιμη σαν τη φιλία σκέφτηκα. Το κοίταζε επίμονα, «δες.. εμποδισμένο νέο είναι αυτό.. Ναι καλέ!» Την πήρα αγκαζέ και την τράβηξα μέσα στο εστιατόριο. Περισσότερο καιγόμουνα για γεμιστά ραβιόλια με βουβαλίσια ρακότα και φρέσκο σπανάκι βουτηγμένα σε σάλτσα μανιταριών, φρέσκιας ντομάτας και παρμεζάνας παρά για τα νέα που μας έκρυβε η κολώνα. Προχωρήσαμε προς το βάθος, εκείνη με το γνωστό αρχοντικό περπάτημα της και εγώ με απελπισμένο ύφος για ένα τραπεζάκι που σε λίγο θα γέμιζε με καλούδια.
Η Αφροδίτη είναι πολύ όμορφη. Έχει μπλε μάτια και τα μαλλιά της είναι μαύρα σαν το κάρβουνο αλλά με τη γυαλάδα της θάλασσας τη νύχτα. Ήταν η μόνη που μπορούσε με ένα βλέμμα της να σε κάνει να σωπάσεις αιώνια και να μην ξαναβρεθείς ποτέ στο δρόμο της. Ταυτόχρονα όμως μπορούσε να σε κάνει να της χαρίσεις τον καθρέπτη της ψυχής σου. Της άρεσαν οι «γυμνοί» άνθρωποι με όποιο κόστος.
Κάτσαμε δίπλα στο παράθυρο και παραγγείλαμε. Ξαφνικά κόλλησε το βλέμμα της στο πίσω τραπέζι. Κοιτάζοντας πίσω αναγνώρισα το μελαχρινό άντρα που είχα δει σπίτι της λίγο καιρό πριν. Καθόταν με μία κοπέλα και τσούγκριζαν τα κολονάτα ποτήρια με το κόκκινο κρασί. Αυτός μόλις κατάλαβε την παρουσία μας πάγωσε και η συνοδός του τον κοίταγε αμήχανα και πιάνοντας του το χέρι τρυφερά του ψιθύρισε κάτι. Εκείνη έμεινε να κοιτάει μέχρι που την σκούντηξα. «Τι συμβαίνει κοριτσάκι;» τότε τράβηξε τα μάτια της από πάνω του και μόλις τα είδα τρόμαξα. Είχαν κοκκινίσει και δάκρυα τα σκέπαζαν σιγά σιγά. Η κοπέλα σηκώθηκε να φύγει τραβώντας τον μαζί της αλλά εκείνος δεν έλεγε να σηκωθεί μέχρι που πήρε τη τσάντα της και αποχώρησε σχεδόν τρέχοντας. Είχα ζαλιστεί κοιτώντας πέρα δώθε, το πρόσωπό μου καιγόταν και διαισθανόμουν ήδη άσχημες καταστάσεις. Πάνω που έλεγα να τη ρωτήσω ποιος σκατά είναι αυτός, εμφανίστηκε μπροστά μας. Της ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως και έκατσε. «είναι του σπιτιού η Μυρτώ, της ψυχής που λένε.. πες αυτό που θες». Άρχισε να της λέει πως είχε κάνει μεγάλο λάθος που την άφησε τότε και ακόμα το πληρώνει, πως δεν το ήθελε, πως τον νίκησαν οι φόβοι του, πως ο καρκίνος της τον σόκαρε.. Ο καρκίνος; Ποιος καρκίνος; Τι λέει καλέ αυτός; Η Αφροδίτη όλη αυτή την ώρα τον κοιτούσε και τα μάτια της έσταζαν. «Λέω να γράψω ένα βιβλίο για μας..» τον διέκοψε με φωνή που σιγά σιγά ζωντάνευε. «Πρέπει να βάλω ένα τίτλο όμως. Όχι κανένα τυχαίο.. έχεις καμιά ιδέα να μου δώσεις; Ξέρω σίγουρα τον πρόλογο..» Σηκώθηκε από την καρέκλα πετώντας την κάτω, οι πελάτες ήδη μας κοιτούσαν, έπιασε δύο χούφτες από τα μαλλιά του, πλησίασε σε απόσταση σχεδόν μηδενική και ξεκίνησε.. «Ήρθε απρόσκλητος και μου σβερκώθηκε πολύ άτιμα. Τι να τον έκανα μωρέ ; Μπάλα να ήταν έπρεπε να κλωτσήσω, μάχη να ήταν έπρεπε να πολεμήσω. Και ξέρεις τι είπα; Θέλω να αποχωρήσω τώρα και να πάω σπίτι μου στον Άρη μου.. Ωχ! Λάθος απάντηση! Μόλις χάσατε τον Άρη. Ο “επισκέπτης” μου θερίζει και εξαφανίζει.. μάντεψε Μυρτώ ποιον θέρισε και ποιον εξαφάνισε» είχε βγει εκτός εαυτού πια… μέχρι και τα σάλια της είχαν δραπετεύσει πόσο μάλλον η ψυχραιμία της.. Φώναζε και κανείς δεν τη πλησίαζε, την κοιτούσαμε όλοι παγωμένοι. «Ο γιατρός μου είχε προτείνει χημειοθεραπείες για να με βοηθήσουν να ζήσω. Το πιστεύεις πως έλεγε αλήθεια; Εδώ είμαι ακόμα ρε συ!!» Τον έσπρωξε με δύναμη μαζί με την καρέκλα και συνέχισε να παραληρεί.. «και εσύ τι έκανες καλέ μου; Βρήκες την πρώτη διαθέσιμη και αφού με στόλισες με μασκαρεμένες αιτίες και φόβους συνέχιζες να με πηδάς, όχι με την ηδονή που ήξερα αλλά με λύσσα λες και ήθελες να ξεζουμίσεις ότι πόνο είχα μέσα μου!! Με κέντησες με ξεφτίλα, κλαιγόσουνα σα πρεζάκι για λίγη συμπόνια που δεν άντεξες αυτό που έδωσε ραντεβού μαζί μου και όχι μαζί σου! Για πόσο νόμιζες ότι θα κρυβόσουνα;» Ο Άρης απλά άκουγε, ούτε το σάλιο του δεν κατέβαζε για να μην κάνει το παραμικρό θόρυβο και την εξοργίσει ακόμα περισσότερο. «Δε δέχομαι άλλη τέτοια ήττα στη ζωή μου αλλά ούτε το χτες που μου χάρισες. Τι να σε κάνω μωρέ; Να μου πιπιλάς δικαιολογίες και’ γω να τις χάφτω; Δε σου είπα ότι χόρτασα; Με άφησες να τυραννιστώ, να τυλιχτώ στην άγνοια ξεβολεύοντας την ύπαρξή μου από τον κόσμο. Θέλω να φύγεις!!» Είχε κοκκινίσει και ούρλιαζε.. εκείνος σήκωσε το βλέμμα του «Σε αγάπησα και αυτό δεν αλλάζει. Με νίκησαν οι φόβοι μου» της ψέλλισε. Εκείνη έτρεμε ολόκληρη και γύρναγε γύρω από τον εαυτό της τραβώντας τα μαλλιά της. Ο σερβιτόρος της έβαλε ένα ποτήρι νερό στο στόμα και της χάιδεψε την πλάτη τρυφερά. Εκείνη έπιασε το ποτήρι και το έχυσε με μανία στο πρόσωπό της « Και τι είναι τα λάθη Άρη μου; Ξεπέτες της μίας βραδιάς που το πρωί συνεχίζουμε σα να μη συμβαίνει τίποτα;» συνέχισε να βγάζει την οργή της. Είχα πάθει σοκ από την Αφροδίτη που έβλεπα μπροστά μου. Καρκίνος; Προδοσία; Δεν περίμενα ποτέ κάτι τέτοιο. Πόσο κακό χώρεσε μέσα στην καλή ψυχή της, πόση αδικία.. «Αγάπησες; Ποιόν; Να σου πω, άσε τις αεράτες δηλώσεις και προχώρα στο ζουμί της συγνώμης. Θα μας κάνεις τη χάρη να μας πεις τουλάχιστον την αλήθεια ή θα μας μελώσεις πάλι; Έμαθα στις ξαφνικές χαρές να μην παραγκωνίζομαι. Χώνομαι και γελάω με την ψυχή μου. Θες να το πεις και καλοσύνη; Πες το ντε!! Ακόμα να με μάθεις;» Εκείνος έπεσε από την καρέκλα, γονάτισε μπροστά της και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, κρύβοντας το πρόσωπό του. Ένας πελάτης που στεκόταν δίπλα του τον πήρε σε μία άκρη. «φύγε αγόρι μου, αρκετό κακό έκανες. Πήγαινε να συνεχίσεις τη ζωή σου και μην κοιτάς πίσω. Εδώ έχει μόνο χρωστούμενη οργή και ποτέ δεν θα τελειώσει.» Ο Άρης τον έπιασε από το μπράτσο και κινήθηκε αργά προς την πόρτα. Βοήθησα την Αφροδίτη να κάτσει και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Την ένιωθα ξυλιασμένη και άρχισα να τη χαϊδεύω με μανία. Έτρεμε τόσο που νόμιζα πως θα σπάσει.
Ο σερβιτόρος ήρθε με μία πετσέτα βρεγμένη και της σκούπισε το μέτωπο. «Γλυκιά μου μην ανησυχείς, όλα τελείωσαν τώρα. Έφτυσες όλο τον πόνο.» τη φίλησε στο μέτωπο και χάθηκε στην κουζίνα δακρυσμένος.
Τις επόμενες ημέρες έμεινα σπίτι της. Ο Μίλτος είχε σοκαριστεί με όλα αυτά που του εξιστόρησα και συμφώνησε να μη την αφήσω μόνη. Μου διηγήθηκε όλη την ιστορία, πως γνωρίστηκαν, πόσο πίστευε ότι αγαπιόντουσαν αλλά και το αναπάντεχο για εκείνη τέλος τους. Κάθονταν στο σαλόνι αγκαλιά όταν του ανακοίνωσε για τον «επισκέπτη» της. Την κοίταγε αποσβολωμένος για κάμποση ώρα. Την άφησε και πήγε στο γραφείο να ηρεμήσει όπως της είπε. Τρομοκρατήθηκε. Μήπως δεν έπρεπε να το πει; Να το περάσει μόνη της; Μα πως όμως; Οι θεραπείες δεν κρύβονται.
Τις επόμενες ημέρες έμεινα σπίτι της. Ο Μίλτος είχε σοκαριστεί με όλα αυτά που του εξιστόρησα και συμφώνησε να μη την αφήσω μόνη. Μου διηγήθηκε όλη την ιστορία, πως γνωρίστηκαν, πόσο πίστευε ότι αγαπιόντουσαν αλλά και το αναπάντεχο για εκείνη τέλος τους. Κάθονταν στο σαλόνι αγκαλιά όταν του ανακοίνωσε για τον «επισκέπτη» της. Την κοίταγε αποσβολωμένος για κάμποση ώρα. Την άφησε και πήγε στο γραφείο να ηρεμήσει όπως της είπε. Τρομοκρατήθηκε. Μήπως δεν έπρεπε να το πει; Να το περάσει μόνη της; Μα πως όμως; Οι θεραπείες δεν κρύβονται.
Οι επόμενες μέρες φίμωσαν τις λέξεις του μέχρι που ένα πρωί της είπε ότι δεν μπορεί να το διαχειριστεί και ότι θα πρέπει να πάρει λίγο χρόνο, ας χώριζαν για λίγο και μετά θα έβλεπαν. Το διάλλειμα που τελικά ήταν οριστικό η Αφροδίτη το πέρασε στο μπάνιο κλαίγοντας και κάνοντας εμετούς. Εκείνος είχε πια υιοθετήσει τη σιωπή. Λίγες μέρες μετά την πήρε ο ξάδελφος της και μη γνωρίζοντας την κατάσταση της είπε πως είδε τον Άρη με μία άλλη αγκαλιά στον δρόμο. «Φαινόταν ευτυχισμένος Αφροδίτη. Καλά πότε χωρίσατε;» Δεν του χάρισε άλλη λέξη.. απλά έκλεισε το τηλέφωνο. Έπεσε κατάχαμα και έσερνε τις πληγές της στο πάτωμα, κάθε λεπτό που περνούσε πρόσθετε περισσότερη μανία μέχρι που δεν είχε πια δύναμη παρά μόνο για να αναπνέει. Όταν συνήλθε προσπάθησε να τον βρει όμως εκείνος ήταν άφαντος. Θες παρακαλετά, απειλές, όλα τα δοκίμασε.. δεν πήρε καμία απάντηση. Ο δειλός είχε νεκρώσει από αισθήματα. Τόσο απλά.
Ο τρόπος που της φέρθηκε ο Άρης την τσάκισε. Μου είπε πως η προδοσία που ένιωσε της τα διέλυσε όλα. Για μήνες γυρνούσε σπίτι και έπαιζε ρόλους μπροστά στον καθρέπτη σα να ήταν όλα ψέματα. Στην πρώτη σκηνή ο Άρης γυρνούσε από ένα μακρινό ταξίδι και όλα ήταν ένα όνειρο, στην άλλη είχε δίδυμο αδερφό και όλα ήταν μία παρεξήγηση, σε κάποια άλλη όλα ήταν ένα αστείο για τα εικοστά έκτα γενέθλια της. Πέρασε καιρός μέχρι να σταματήσει να παίζει τους ρόλους της και να δει το έργο που έπαιζε πραγματικά στη ζωή της. «Η απογοήτευση μου άδειασε ότι με κόπο γέμιζα. Μπορεί να νίκησα τον καρκίνο αλλά η ψυχή μου έπεσε πριν καν ξεκινήσω τη μάχη. Ξέρεις πόσο πόνο μου προκάλεσε αυτό;» μου είπε ένα πρωί σφίγγοντας τα χείλη της.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και η Αφροδίτη είχε ηρεμήσει. Είχε βρει το γέλιο της και το σκοτάδι είχε σχεδόν φύγει από τα μάτια της. Είχα αποφασίσει να της κάνω το σπίτι τσίρκο χωρίς ντροπή. Ανέβηκα φορτωμένη σα το γαϊδούρι με σωρηδόν στολίδια για την αποστολή μου και μόλις έφτασα στην πόρτα είδα ένα χαρτάκι τυλιγμένο στο πόμολο της πόρτας. Άφησα τη πραμάτεια μου κάτω, το πήρα και είδα το όνομα του Άρη γραμμένο πάνω. Μια φλόγα μου έκαψε το στομάχι.
«Με αγκαλιά τη δειλία μου και μία χούφτα ψέματα προσπαθούσα να εξιλεωθώ μπροστά στον καθρέπτη μου τόσα χρόνια. Τελικά ο επισκέπτης σου θέλησε να συστηθεί και σε μένα. Τα κόκκαλα μου τον φιλοξενούν εδώ και οκτώ μήνες και μόνο ο Θεός ξέρει για πόσο ακόμα. Σε αγάπησα όσο καμία άλλη. Εύχομαι μόνο να με συγχωρέσεις».
Πήρα το χαρτάκι και το πέταξα. Η κολώνα έκανε τη δουλειά της και εγώ τη δική μου. Η ζωή της άνηκε και το σύμπαν μου το ψιθύρισε εκείνο το βράδυ…
AN.ΣΑ.ΛΟΗ
Ο τρόπος που της φέρθηκε ο Άρης την τσάκισε. Μου είπε πως η προδοσία που ένιωσε της τα διέλυσε όλα. Για μήνες γυρνούσε σπίτι και έπαιζε ρόλους μπροστά στον καθρέπτη σα να ήταν όλα ψέματα. Στην πρώτη σκηνή ο Άρης γυρνούσε από ένα μακρινό ταξίδι και όλα ήταν ένα όνειρο, στην άλλη είχε δίδυμο αδερφό και όλα ήταν μία παρεξήγηση, σε κάποια άλλη όλα ήταν ένα αστείο για τα εικοστά έκτα γενέθλια της. Πέρασε καιρός μέχρι να σταματήσει να παίζει τους ρόλους της και να δει το έργο που έπαιζε πραγματικά στη ζωή της. «Η απογοήτευση μου άδειασε ότι με κόπο γέμιζα. Μπορεί να νίκησα τον καρκίνο αλλά η ψυχή μου έπεσε πριν καν ξεκινήσω τη μάχη. Ξέρεις πόσο πόνο μου προκάλεσε αυτό;» μου είπε ένα πρωί σφίγγοντας τα χείλη της.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και η Αφροδίτη είχε ηρεμήσει. Είχε βρει το γέλιο της και το σκοτάδι είχε σχεδόν φύγει από τα μάτια της. Είχα αποφασίσει να της κάνω το σπίτι τσίρκο χωρίς ντροπή. Ανέβηκα φορτωμένη σα το γαϊδούρι με σωρηδόν στολίδια για την αποστολή μου και μόλις έφτασα στην πόρτα είδα ένα χαρτάκι τυλιγμένο στο πόμολο της πόρτας. Άφησα τη πραμάτεια μου κάτω, το πήρα και είδα το όνομα του Άρη γραμμένο πάνω. Μια φλόγα μου έκαψε το στομάχι.
«Με αγκαλιά τη δειλία μου και μία χούφτα ψέματα προσπαθούσα να εξιλεωθώ μπροστά στον καθρέπτη μου τόσα χρόνια. Τελικά ο επισκέπτης σου θέλησε να συστηθεί και σε μένα. Τα κόκκαλα μου τον φιλοξενούν εδώ και οκτώ μήνες και μόνο ο Θεός ξέρει για πόσο ακόμα. Σε αγάπησα όσο καμία άλλη. Εύχομαι μόνο να με συγχωρέσεις».
Πήρα το χαρτάκι και το πέταξα. Η κολώνα έκανε τη δουλειά της και εγώ τη δική μου. Η ζωή της άνηκε και το σύμπαν μου το ψιθύρισε εκείνο το βράδυ…
AN.ΣΑ.ΛΟΗ

0 σχόλια: